μετ᾿
μετά
  • Parse: PREP
  • Meaning:
    • With Genitive: with, amid, in company with, among
      • attendance, company, alliance: e.g., εἶναι μετά τινος - to side with; μάχεσθαι μετά τινος - in alliance with. cf. Mark 1:13, 20, 29, 36
      • manner, attendant circumstances: e.g., μετὰ δακρύων - amid tears; μετὰ κινδύνων - in the midst of danger
      • in conflict with: against someone (after verbs of quarrelling, fighting) e.g., Μιχαὴλ καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ τοῦ πολεμῆσαι μετὰ τοῦ δράκοντος - Michael and his angels fought against the dragon, Rev 12:7
    • With Accusative: after, next to, behind
      • Of time: μετὰ μάχην - after the battle; μετὰ ταῦτα - after these things; μεθ᾿ ἡμέραν - at daybreak. cf Luke 5:27; 9:28; 10:1; 12:4
      • Of place: μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα - behind the second curtain, Heb 9:3
      • Of rank, succession: θειότατον μετὰ θεοὺς ἡ ψυχή - next to the gods, the soul is most divine; μέγιστος μετὰ Ἴστρον - the largest (river) next to the Ister
  • Forms:
    • μεθ᾿ PREP
    • μετ᾿ PREP
μετάβα
μεταβαίνειν
μεταβαίνετε
μεταβαίνουσα
μεταβαίνω
μεταβαλεῖ
μεταβάλεσθε
μεταβάλῃ
μεταβάλλει
μεταβαλλόμενοι
μεταβαλλόμενον
μεταβάλλω
μεταβαλοίμεθα
μεταβαλόμενοι
μεταβαλόμενοι
μεταβαλόντων
μεταβαλοῦσα
μεταβαλοῦσιν
μεταβαλών
μεταβάς
μεταβεβήκαμεν
μεταβέβηκεν
μεταβεβηκέναι
μεταβεβληκυῖαν
μεταβῇ
μετάβηθι
μεταβήσεται
μεταβηχας
  • Parse: Transliterated word
  • Meaning: from Tibhath
μεταβληθήσεται
μεταβολαῖς
μεταβολάς
μεταβολή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • a change, modification, alteration
    • change, reversal
    • change, succession
    • exchange, traffic
  • Forms:
    • μεταβολαῖς Noun: Dat Plur Fem
    • μεταβολάς Noun: Acc Plur Fem
    • μεταβολῇ Noun: Dat Sing Fem
    • μεταβολῆς Noun: Gen Sing Fem
    • μεταβόλων Noun: Gen Plur Masc
μεταβολῇ
μεταβολῆς
μεταβολία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: exchange, barter
  • Forms:
    • μεταβολίας Noun: Gen Sing Fem
μεταβολίας
μεταβόλοι
μεταβόλος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: merchant, huckster, retail dealer (i.e., one who exchanges goods for money)
  • Forms:
    • μεταβόλοι Noun: Nom Plur Masc
μεταβόλων
μεταβῶμεν
μεταγενέστερος
μεταγενής
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • afterward, of later time, later on
    • born after, the youngest
  • Forms:
    • μεταγενέστερος Adj: Nom Sing Masc compar
μεταγενομένοις
μεταγενομένους
μετάγεται
μεταγίνομαι
μετάγομεν
μεταγράφω
μεταγράψωμαι
μετάγω
μεταδιαιτάω
μεταδιαιτηθέντες
μεταδιδόασιν
μεταδιδόναι
μεταδιδόντος
μεταδίδοτε
μεταδιδούς
μεταδιδοῦσιν
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • Verb: Pres Act Part Dat Plur Masc/Neut
  • Root: μεταδίδωμι
μεταδίδωμι
μεταδιώκειν
μεταδιώκω
μεταδόντος
μεταδότω
μεταδοῦναι
μεταδῶ
μεταθεῖναι
μεταθέμενον
μεταθέντες
μετάθες
μεταθέσει
μεταθέσεως
μετάθεσιν
μετάθεσις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • change, transformation
    • removal, translation
  • Forms:
    • μεταθέσει Noun: Acc Sing Fem
    • μεταθέσεως Noun: Gen Sing Fem
    • μετάθεσιν Noun: Acc Sing Fem
μεταθῇς
μεταθήσω
μέταιρε
μεταίρω
μεταίτιος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: partly responsible, being in part the cause of, sharing responsibility for
  • Forms:
    • μεταιτίους Adj: Acc Plur Masc
μεταιτίους
μετακάλεσαι
μετακαλέσομαι
μετακαλέω
μετακινέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to transpose, shift, remove, move away, sway, turn aside
    • to stir to a place elsewhere
  • Construct: διακινέω, ἐκκινέω, κινέω, ἐπικινέω, μετακινέω, συγκινέω
  • Forms:
    • μετακινηθήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
    • μετακινήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • μετακινήσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • μετακινήσουσιν Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
    • μετακινήσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • μετακινουμένη Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Fem
    • μετακινούμενοι Verb: Pres Pass Part Nom Plur Masc
    • μετεκίνησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
μετακινηθήσονται
μετακινήσει
μετακινήσεις
μετακίνησις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: change, shifting motion
μετακινήσουσιν
μετακινήσω
μετακινουμένη
μετακινούμενοι
μετακιρνάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to temper
      • to mix with
      • to accommodate
    • Middle:
      • to change
      • to transform
  • Construct: κιρνάω
  • Forms:
    • μετεκιρνᾶτο Verb: Imp Mid Ind 3rd Sing
μετακληθείς
μετακομίζω
μετακομίσοντας
μετακόσμιος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: between (the worlds), after the world, e.g., what comes after this world
μεταλαβεῖν
μεταλάβητε
μεταλαβόντες
μεταλαβοῦσαι
μεταλάβωμεν
μεταλαβών
μεταλαμβάνει
μεταλαμβάνειν
μεταλαμβάνετε
μεταλαμβανέτωσαν
μεταλαμβάνοντες
μεταλαμβάνω
μεταλαμβάνων
μεταλήμψεσθαι
μετάλημψιν
μετάλημψις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: sharing, taking, receiving, participation
  • Forms:
    • μετάλημψιν Noun: Acc Sing Fem
    • μετάληψιν Noun: Acc Sing Fem
μεταλήψεται
μετάληψιν
μεταληψόμεθα
μεταλλάξαι
μεταλλάξαντος
μεταλλάσσοντας
μεταλλάσσω
μεταλλεύει
μεταλλευομένη
μεταλλεύσεις
μεταλλεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to get by mining, mine, remove ore
    • to pervert (Wis 4:12)
    • Pass.: to be converted, changed (Wis 16:25)
  • Forms:
    • μεταλλεύει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • μεταλλευομένη Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Fem
    • μεταλλεύσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
μέταλλον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: a mine
  • Forms:
    • μετάλλων Noun: Gen Plur Neut
μετάλλων
μεταμέλεια
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: change of purpose, regret, repentance
  • Forms:
    • μεταμελείᾳ Noun: Dat Sing Fem
μεταμελείᾳ
μεταμελέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to feel repentance, regret, be sorry, change mind
  • Construct: ἀμελέω, ἀτημελέω, μεταμελέω, πλημμελέω, τημελέω
  • Forms:
    • μεταμεληθέντες Verb: Aor Pass Part Nom Plur Masc
    • μεταμεληθῇς Verb: Aor Pass Subj 2nd Sing
    • μεταμεληθήσεσθε Verb: Fut Pass Ind 2nd Plur
    • μεταμεληθήσῃ Verb: Fut Pass Ind 2nd Sing
    • μεταμελήσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • μεταμελοῦ Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
    • μεταμεμέλημαι Verb: Perf Mid Ind 1st Sing
    • μετεμελήθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • μετεμέλοντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
μεταμεληθείς
μεταμεληθέντες
μεταμεληθῇς
μεταμεληθήσεσθε
μεταμεληθήσεται
μεταμεληθήσῃ
μεταμελήσῃ
μεταμέλομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind Deponent 1st Sing
  • Meaning: to repent (self), regret, care afterwards
  • Forms:
    • μεταμεληθείς Verb: Aor Pass Deponent Part Nom Sing Masc
    • μεταμεληθήσεται Verb: Fut Pass Deponent Ind 3rd Sing
    • μετεμελήθητε Verb: Aor Pass Deponent Ind 2nd Plur
    • μετεμελόμην Verb: Imp Mid/Pass Deponent Ind 1st Sing
μετάμελον
μετάμελος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: repentance, regret
  • Forms:
    • μετάμελον Noun: Acc Sing Masc
μεταμελοῦ
μεταμεμέλημαι
μεταμεμορφωμένον
  • Parse:
    • Verb: Perf Mid/Pass Part Nom/Acc Neut
    • Verb: Perf Mid/Pass Part Acc Masc
  • Root: μεταμορφόω
μεταμορφούμεθα
μεταμορφοῦσθαι
μεταμορφοῦσθε
μεταμορφόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to change form, transfigure, transform (literally or figuratively, "metamorphose")
  • Construct: μορφόω, συμμορφόω
  • Forms:
    • μεταμορφούμεθα Verb: Pres Pass Ind 1st Plur
    • μεταμορφοῦσθαι Verb: Pres Pass Infin
    • μεταμορφοῦσθε Verb: Present pass Imperative 2nd Plur
    • μετεμορφώθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • μεταμεμορφωμένον
      • Verb: Perf Mid/Pass Part Nom/Acc Neut
      • Verb: Perf Mid/Pass Part Acc Masc
μεταναστεύου
μεταναστεύσαι
μεταναστεύσω
μεταναστεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to remove, depart, flee
  • Forms:
    • μεταναστεύου Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
    • μεταναστεύσαι Verb: Aor Act Infin
    • μεταναστεύσω Verb: Aor Act Subj 1st Sing
μεταναστήσεις
μεταναστήτωσαν
μετανενοήκασι
μετανενοήκασιν
μετανενοηκότας
μετανίστημι
μετανόει
μετανοεῖ
  • Parse:
    • Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Sing
    • Verb: Pres Act Imperative 2nd sing
  • Root: μετανοέω
μετανοεῖν
μετανοεῖτε
μετανοείτω
μετανοέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to repent, change one's mind, think differently or afterwards, i.e. reconsider (morally, feel compunction)
  • Construct: ἀγνοέω, δυσνοέω, ἐννοέω, ἐπινοέω, εὐνοέω, κατανοέω, μετανοέω, νοέω, ὁμονοέω, προνοέω, προσνοέω, συννοέω, ὑπονοέω
  • Forms:
    • μετενόησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • μετανοοῦντος Verb: Pres Act Part Gen Sing Masc/Neut
    • μετανοοῦντα
      • Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
      • Verb: Pres Act Part Nom/Acc Plur Neut
    • μετανοῇ
      • Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
      • Verb: Pres Mid/Pass Ind/Subj 2nd Sing
    • μετανοεῖ
      • Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
      • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
      • Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Sing
      • Verb: Pres Act Imperative 2nd sing
    • μετανόει Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
    • μετανενοηκότας Verb: Perf Act Part Acc Plur Masc
    • μετανενοήκασι Verb: Perf Act Ind 3rd Plur
    • μετανενοήκασιν Verb: Perf Act Ind 3rd Plur
    • μετανοεῖν Verb: Pres Act Infin
    • μετανοεῖτε Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
    • μετανοείτω Verb: Pres Act Imperative 3rd Sing
    • μετανοῆσαι Verb: Aor Act Infin
    • μετανοήσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • μετανοήσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • μετανοησάντων Verb: Aor Act Part Gen Plur Masc
    • μετανοήσατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
    • μετανοήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • μετανοήσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • μετανοήσῆς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • μετανοήσητε Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
    • μετανόησον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • μετανοήσουσι Verb: Fut Act Ind 3rd. Plur
    • μετανοήσουσιν Verb: Fut Act Ind 3rd. Plur
    • μετανοήσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • μετανοήσωμεν Verb: Aor Act Subj 1st Plur
    • μετανοήσωσι Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
    • μετανοήσωσιν Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
    • μετανοῆτε Verb: Pres Act Subj 2nd Plur
    • μετανοοῦντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • μετανοοῦντι Verb: Pres Act Part Dat Sing Masc
    • μετανοούντων Verb: Pres Act Part Gen Plur Masc
    • μετανοοῦσι Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • μετανοοῦσιν Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • μετανόω Verb: Pres Act Ind 1st Sing
    • μετανοῶν Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • μετανοῶσιν Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
    • μετενόησα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
    • μετενόησαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • μετενόησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • μετανοήσῃ
      • Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
      • Verb: Aor Mid Subj 2nd Sing
      • Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
μετανοῇ
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind/Subj 2nd Sing
  • Root: μετανοέω
μετανοῆσαι
μετανοήσαντες
μετανοησάντων
μετανοήσατε
μετανοήσει
μετανοήσῃ
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • Verb: Aor Mid Subj 2nd Sing
    • Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
  • Root: μετανοέω
μετανοήσῃ
μετανοήσῆς
μετανοήσητε
μετανόησον
μετανοήσουσι
μετανοήσουσιν
μετανοήσω
μετανοήσωμεν
μετανοήσωσι
μετανοήσωσιν
μετανοῆτε
μετάνοια
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: repentance, change of mind, compunction (for guilt, including reformation); by implication, reversal (of (another's) decision)
  • Forms:
    • μετανοίᾳ
      • Noun: Dat Sing Fem
      • Noun: Nom Plur Fem
    • μετάνοιαν Noun: Acc Sing Fem
    • μετανοίας Noun: Gen Sing Fem
μετανοίᾳ
μετάνοιαν
μετανοίας
μετανοοῦντα
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • Verb: Pres Act Part Nom/Acc Plur Neut
  • Root: μετανοέω
μετανοοῦντες
μετανοοῦντι
μετανοοῦντος
μετανοούντων
μετανοοῦσι
μετανοοῦσιν
μετανόω
μετανοῶν
μετανοῶσιν
μετάξαι
μεταξύ
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • of time: between, afterward, next, meanwhile
    • of place: between, in the middle of
    • reciprocal: between, among (e.g., between you and him)
μεταπαιδεύεται
μεταπαιδεύω
μεταπαραδιδόασιν
μεταπαραδίδωμι
μεταπείθω
μεταπεῖσαι
μεταπεμπόμενος
μεταπέμπω
μεταπεμφθείς
μετάπεμψαι
μεταπεμψάμενος
μεταπέμψασθαι
μεταπέμψηται
μεταπέμψομαι
μεταπεσεῖσθαι
μεταπέσῃ
μεταπίπτω
μετασκευάζω
μετασκευάζων
μετασταθῶ
μεταστάντος
μεταστάσῃ
μεταστῇ
μεταστῆσαι
μεταστήσας
μεταστήσεις
μεταστήσεσθαι
μεταστήσεται
μεταστήσῃ
  • Parse:
    • Verb: Aor Act subj 3rd Sing
    • Verb: Aor mid subj 2nd sing
    • Verb: Fut mid ind 2nd sing
  • Root: μεθίστημι
μετάστησον
μεταστήσουσιν
μεταστήσω
μετάστητε
μεταστραφήσεται
μεταστραφήσονται
μεταστραφήτω
μεταστρέφει
μεταστρεφόμενος
μεταστρέφοντας
μεταστρέφω
μεταστρέφων
μεταστρέψαι
μεταστρέψω
μεταστροφή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: a turning from, change
μετασχεῖν
μετάσχετε
  • Parse: Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • Root: μετέχω
μετασχέτω
  • Parse: Verb: Aor Act Imperative 3rd Sing
  • Root: μετέχω
μετασχηματίζεται
μετασχηματιζόμενοι
μετασχηματιζόμενος
μετασχηματίζονται
μετασχηματίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to transfer, transform (self), change the form of, transfigure, disguise, apply
  • Construct: συσχηματίζω
  • Forms:
    • μετασχηματισθείς Verb: Aor Pass Part Nom Sing Masc
    • μετασχηματίσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • μετασχηματίζεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • μετασχηματιζόμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
    • μετασχηματιζόμενος Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc
    • μετασχηματίζονται Verb: Pres Pass Ind 3rd Plur
    • μετεσχημάτισα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
μετασχηματίσει
μετασχηματισθείς
μετάσχωσι
μετατεθέντας
μετατεθῆναι
μετατεθήσεται
μετατεθήσονται
μετατιθείς
μετατιθεμένης
μετατιθέμενος
μετατιθέντες
μετατίθεσθαι
μετατίθεσθε
μετατίθημι
μετατραπήτω
μετατρέπω
μετατρέψαι
μεταφέρειν
μεταφέρω
μετάφρασιν
μετάφρασις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: a paraphrasing, paraphrase
  • Forms:
    • μετάφρασιν Noun: Acc Sing Fem
μετάφρενα
μεταφρένοις
μετάφρενον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: the back, the part behind the midriff
  • Forms:
    • μετάφρενα Noun: Acc Plur Neut
    • μεταφρένοις Noun: Dat Plur Neut
    • μεταφρένων Noun: Gen Plur Neut
μεταφρένων
μεταφυτεύω
μεταχέω
μεταχέων
μεταχθέντες
  • Parse: Verb: Aor Pass Part Nom Plur Masc
  • Root: μετάγω
μεταχθῇ
μετέβαινεν
μετέβαλεν
μετεβάλλετο
μετέβη
μετεγραψάμην
μετεγράψατο
μετεδίδου
μετέδωκα
μετέδωκεν
μετέθηκεν
μετειληφότες
μετεῖχον
μετεκάλεσα
μετεκαλέσατο
μετεκίνησεν
μετεκιρνᾶτο
μετέλαβεν
μετελάβετε
μετέλαβον
μετελάμβανον
μετελεύσεται
μετελθεῖν
μετελθέτω
μετέλθω
μετεμελήθη
μετεμελήθητε
μετεμελόμην
μετεμέλοντο
μετεμορφώθη
μετενέγκωμεν
μετενεχθῆναι
μετενόησα
μετενόησαν
μετενόησε
μετενόησεν
μετέπειτα
  • Parse: Adverb
  • Meaning: afterward, thereafter
μετεπέμψασθε
μετεπέμψατο
μετέπεσεν
μετέρχομαι
μετερχομένων
μετεστάθη
μετεστάθησαν
μετέστησαν
μετέστησε
μετέστησεν
μετεστράφη
μετεστράφησαν
μετέστρεψεν
μετέσχε
μετέσχεν
μετέσχηκεν
μετεσχηκότας
  • Parse: Verb: Perf Act Part Acc Plur Masc
  • Root: μετέχω
μετεσχημάτισα
μετετέθη
μετετέθησαν
μετετράπη
μετετρέπετο
μετέτρεψεν
μετέχειν
μετέχητε
μετέχομεν
μετέχοντες
  • Parse: Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
  • Root: μετέχω
μετέχουσι
μετέχουσιν
μετέχω
μετέχων
  • Parse: Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
  • Root: μετέχω
μετέωρα
μετεωρίζεσθαι
μετεωρίζεσθε
μετεωρίζου
μετεωρίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to worry, be anxious
      • to doubt, be of doubtful mind
      • to raise in mid-air, suspend, elevate
    • Middle:
      • to mount up
      • to soar aloft (of an eagle)
      • to rise up (of the cherubs)
      • to lift up (against a city)
      • to rise up against
      • to be raised, lifted
      • to be exalted, raised to a height
    • Passive:
      • to be elated (in spirit)
      • to be haughty (in mind)
      • to be arrogant
  • Forms:
    • ἐμετεωρίζετο Verb: Perf Pass Ind 3rd Sing
    • ἐμετεωρίζοντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
    • ἐμετεωρίσθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • μετεωρίζεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
    • μετεωρίζεσθε Verb: Present pass Imperative 2nd Plur
    • μετεωρίζου Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
    • μετεωρισθέντα Verb: Aor Pass Part Acc Plur Neut
    • μετεωρισθῇς Verb: Aor Pass Subj 2nd Sing
    • μετεωρισθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
μετεωρισθέντα
μετεωρισθῇς
μετεωρισθήσεται
μετεωρισμοί
μετεωρισμοῖς
μετεωρισμόν
μετεωρισμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • billow, a surging or swelling of waves, a rising to the surface
    • haughty, elated, inflated, swollen
  • Forms:
    • μετεωρισμοί Noun: Nom Plur Masc
    • μετεωρισμοῖς Noun: Dat Plur Masc
    • μετεωρισμόν Noun: Acc Sing Masc
    • μετεωρισμούς Noun: Acc Plur Masc
μετεωρισμούς
μετέωροι
μετέωρον
μετέωρος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: uplifted, upper, raised from the ground, hanging, high, lofty, exalted, haughty, arrogant
  • Forms:
    • μετέωρα Adj: Nom Plur Neut
    • μετέωροι Adj: Nom Plur Masc
    • μετέωρον Adj: Acc Sing Neut
    • μετεώρου Adj: Gen Sing Masc
    • μετεώρῳ Adj: Dat Sing Neut
    • μετεώρων Adj: Gen Plur Masc
μετεώρου
μετεώρῳ
μετεώρων
μετήγαγεν
μετήγαγες
μετηγάγετε
μετῆλθεν
μετηλλάγη
μετήλλαξαν
μετήλλαξεν
μετηλλαχότος
μετῆρας
μετῆρεν
μετήχθησαν
μετοικεσία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: a deportation, migration, removal (from one place to another); a change of abode, i.e., (esp.), expatriation
  • Forms:
    • μετοικεσίαν Noun: Acc Sing Fem
    • μετοικεσίας Noun: Gen Sing Fem
    • μετοικεσίᾳ Noun: Dat Sing Fem
μετοικεσίᾳ
μετοικεσίαν
μετοικεσίας
μετοικέω
μετοικία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: exile, change of abode, removal, migration, banishment, deportation, expulsion, captivity
  • Forms:
    • μετοικίᾳ Noun: Dat Sing Fem
    • μετοικίαν Noun: Acc Sing Fem
    • μετοικίας Noun: Gen Sing Fem
μετοικίᾳ
μετοικίαν
μετοικίας
μετοικίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to deport, resettle, lead settlers to another abode, carry away, remove into; to transfer as a settler or captive, i.e colonize or exile
  • Construct: ἀποικίζω, ἐνοικίζω, κατοικίζω, μετοικίζω, οἰκίζω, συνοικίζω
  • Forms:
    • μετοικιοῦσιν Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
    • μετοικίσαι Verb: Aor Act Infin
    • μετοικιῶ Verb: Fut Act Ind 1st Sing μετοικίζω
    • μετῴκισα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
    • μετῴκισαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • μετῴκισεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • μετῳκίσθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
μετοικιοῦσιν
μετοικίσαι
μετοικιῶ
μέτοικον
μέτοικος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: changing one's abode, emigrating and settling elsewhere
  • Forms:
    • μέτοικον Noun: Acc Sing Masc
μετοπωρινοί
μετοπωρινός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • adjectival: autumnal
    • Subst.: autumn
  • Forms:
    • μετοπωρινοί Adj: Nom Plur Masc
μετουσία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: participation, partnership, communion
  • Forms:
    • μετουσίαν Noun: Acc Sing Fem
μετουσίαν
μετοχή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: sharing, fellowship, participation
  • Forms:
    • μετοχῇ Noun: Dat Sing Fem
μέτοχοι
μετόχοις
μέτοχον
μέτοχος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • adjectival: sharing, participating
    • Subst.: fellow, partaker, partner; participant, i.e., (as noun) a sharer; by implication, an associate
  • Forms:
    • μέτοχοι Noun: Nom Plur Masc
    • μετόχοις Noun: Dat Plur Masc
    • μέτοχον Noun: Acc Sing Masc
    • μετόχους Noun: Acc Plur Masc
μετόχους
μέτρα
μετρεῖτε
μετρέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to measure
    • to take the dimensions of, measure
    • to compare size
    • to give out, deal out, apportion
  • Construct: ἀντιμετρέω, διαμετρέω, ἐκμετρέω, καταμετρέω, μετρέω, σιτομετρέω
  • Forms:
    • μετρῶ Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
    • ἐμέτρησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ἐμέτρησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • μεμέτρηται Verb: Perf Mid Ind 3rd Sing
    • μετρεῖτε Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
    • μετρηθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • μετρήσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • μετρήσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • μετρήσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • μετρήσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • μέτρησον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • μετροῦντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
μετρηθήσεται
μετρήσαντες
  • Parse: Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
  • Root: μετρέω
μετρήσει
μετρήσεις
μετρήσῃ
μετρήσῃς
μέτρησις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: measuring, measurement
  • Forms:
    • μετρήσει Noun: Dat Sing Fem
μέτρησον
  • Parse: Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • Root: μετρέω
μετρηταί
μετρητάς
μετρητής
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: firkin (similar to a bath), a liquid measurement of about 23 litres
  • Forms:
    • μετρηταί Noun: Nom Plur Masc
    • μετρητάς Noun: Acc Plur Masc
    • μετρητῶν Noun: Gen Plur Masc
μετρητῶν
μετρία
μετριάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to sick, unwell, only middling
    • to be moderate, keep measure, behave
  • Forms:
    • μετριάζων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
μετριάζων
μέτριον
μετριοπαθεῖν
μετριοπαθέω
μέτριος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: moderate, practice self-restraint, within measure
  • Forms:
    • μετρία Adj: Nom/Acc Plur Neut
    • μέτριον Adj: Acc Sing Masc
    • μετρίῳ Adj: Dat Sing Neut
μετρίῳ
μετρίως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: a little, moderately, i.e., slightly
μέτροις
μέτρον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: measure; a measure ("metre"), literally or figuratively; by implication, a limited portion (degree)
  • Forms:
    • μέτρα Noun: Acc Plur Neut
    • μέτροις Noun: Dat Plur Neut
    • μέτρου Noun: Gen Sing Neut
    • μέτρῳ Noun: Dat Sing Neut
    • μέτρων Noun: Gen Plur Neut
μέτρου
μετροῦντες
  • Parse: Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
  • Root: μετρέω
μέτρῳ
μετρῶ
  • Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
  • Root: μετρέω
μέτρων
μετῴκηκας
μετῴκισα
μετῴκισαν
μετῴκισεν
μετῳκίσθη
μέτωπα
μέτωπον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: forehead
  • Forms:
    • μέτωπα Noun: Acc Plur Neut
    • μετώπου Noun: Gen Sing Neut
    • μετώπῳ Noun: Dat Sing Neut
    • μετώπων Noun: Gen Plur Neut
μετώπου
μετώπῳ
μετώπων