μετά
  • Parse: PREP
  • Meaning:
    • With Genitive: with, amid, in company with, among
      • attendance, company, alliance:

        εἶναι μετά τινος
        to side with

        μάχεσθαι μετά τινος
        in alliance with see Mark 1:13, 20, 29, 36

      • manner, attendant circumstances:

        μετὰ δακρύων
        amid tears

        μετὰ κινδύνων
        in the midst of danger

      • in conflict with; against someone (after verbs of quarrelling, fighting)

        Μιχαὴλ καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ τοῦ πολεμῆσαι μετὰ τοῦ δράκοντος
        Michael and his angels fought against the dragon (Rev 12:7)

    • With Accusative: after, next to, behind
      • Of Time:

        μετὰ μάχην
        after the battle

        μετὰ ταῦτα
        after these things

        καὶ μετ᾿ ἐκεῖνο
        and afterward, and after this thing, after that, see Gen 6:4

        μεθ᾿ ἡμέραν
        at daybreak, see Luke 5:27; 9:28; 10:1; 12:4

      • Of Place:

        μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα
        behind the second curtain (Heb 9:3)

      • Of rank, succession:

        θειότατον μετὰ θεοὺς ἡ ψυχή
        next to the gods, the soul is most divine

        μέγιστος μετὰ Ἴστρον
        the largest (river) next to the Ister

      • Of method: with, by

        ἔλαβεν δὲ καὶ τὸ πῦρ μετὰ χεῖρα
        he took both the fire and the knife by hand (Gen 22:6)

  • Forms:
    • μεθ᾿ PREP
    • μετ᾿ PREP
μετάβα
μεταβαίνειν
μεταβαίνετε
μεταβαίνουσα
μεταβαίνω
  • Present
  • μεταβαίνειν Verb: Pres Act Infin
  • μεταβαίνετε Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
  • μεταβαίνουσα Verb: Pres Act Part Nom Sing Fem
  • Imperfect
  • μετέβαινεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
  • Future
  • μεταβήσεται Verb: Fut Mid Deponent Ind 3rd Sing
  • Aorist
  • μεταβῶμεν Verb: Aor Act Subj 1st Plur
  • μετάβα Verb: 2Aor Act Imperative 2nd Sing
  • μεταβῇ Verb: 2Aor Act Subj 3rd Sing
  • μετάβηθι Verb: 2Aor Act Imperative 2nd Sing
  • μεταβάς Verb: 2Aor Act Part Nom Sing Masc
  • μετέβη Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
  • Perfect
  • μεταβεβήκαμεν Verb: Perf Act Ind 1st Plur
  • μεταβέβηκεν Verb: Perf Act Ind 3rd Sing
  • μεταβεβηκέναι Verb: Perf Act Infin
μεταβαλεῖ
μεταβάλεσθε
μεταβάλῃ
μεταβάλλει
μεταβαλλόμενοι
μεταβαλλόμενον
μεταβάλλω
  • Present
  • μεταβάλλει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • μεταβαλλόμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
  • μεταβαλλόμενον Verb: Pres Mid/Pass Part Acc Sing Masc
  • Imperfect
  • μετεβάλλετο Verb: Imp Mid Ind 3rd Sing
  • Future
  • μεταβληθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
  • μεταβαλεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • μεταβαλοίμεθα Verb: Fut Mid opt 1st Plur
  • μεταβαλοῦσιν Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
  • Aorist
  • μεταβάλεσθε Verb: Aor Mid Ind/Imperative 2nd Plur
  • μεταβάλῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • μεταβαλόμενοι Verb: Aor Mid Part Nom Plur Masc
  • μεταβαλόμενοι Verb: Aor Mid Part Nom Plur Masc
  • μεταβαλόντων Verb: Aor Act Part Gen Plur Masc
  • μεταβαλών Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
  • μεταβαλοῦσα Verb: Aor Act Part Nom Sing Fem
  • μετέβαλε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • μετέβαλεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • Perfect
  • μεταβεβληκυῖαν Verb: Perf Act Part Acc Sing Fem
μεταβαλοίμεθα
μεταβαλόμενοι
μεταβαλόμενοι
μεταβαλόντων
μεταβαλοῦσα
μεταβαλοῦσιν
μεταβαλών
μεταβάς
μεταβεβήκαμεν
μεταβέβηκεν
μεταβεβηκέναι
μεταβεβληκυῖαν
μεταβῇ
μετάβηθι
μεταβήσεται
μεταβηχας
  • Parse: Transliterated word
  • Hebrew:
  • Meaning: from Tibhath
  • Concord: 1Chron 18:8
μεταβληθήσεται
μεταβολαῖς
μεταβολάς
μεταβολή
Feminine
 SingularPlural
NOMμεταβολήμεταβολαί
GENμεταβολῆςμεταβολῶν
DATμεταβολῇμεταβολαῖς
ACCμεταβολήνμεταβολάς
VOCμεταβολήμεταβολαί
μεταβολῇ
μεταβολῆς
μεταβολία
Feminine
 SingularPlural
NOMμεταβολίαμεταβολίαι
GENμεταβολίαςμεταβολιῶν
DATμεταβολίᾳμεταβολίαις
ACCμεταβολίανμεταβολίας
VOCμεταβολίαμεταβολίαι
μεταβολίας
μεταβόλοι
μετάβολοι
μετάβολος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning:
    • Adjectival: changeable
    • Substantival: merchant, those who buy and sell
  • Forms:
    • μετάβολοι Adj: Nom Plur Masc/Fem
μεταβόλος
μεταβολῶν
μεταβῶμεν
μεταγενέστερος
μεταγενής
Singular
 MascFemNeut
NOMμεταγενήςμεταγενές
GENμεταγενοῦς
DATμεταγενεῖ
ACCμεταγενῆμεταγενές
Plural
 MascFemNeut
NOMμεταγενεῖςμεταγενῆ
GENμεταγενῶν
DATμεταγενέσι(ν)
ACCμεταγενεῖςμεταγενῆ
  • Comparatives & Superlatives
  • μεταγενέστερος Adj: Nom Sing Masc Comparative
μεταγενομένοις
μεταγενομένους
μετάγεται
μεταγίνομαι
μετάγομεν
μεταγράφω
μεταγράψωμαι
μετάγω
μεταδιαιτάω
μεταδιαιτηθέντες
μεταδιδόασιν
μεταδιδόναι
μεταδιδόντος
μεταδίδοτε
μεταδιδούς
μεταδιδοῦσιν
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • Verb: Pres Act Part Dat Plur Masc/Neut
  • Root: μεταδίδωμι
μεταδίδωμι
  • Present
  • μεταδιδοῦσιν
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • Verb: Pres Act Part Dat Plur Masc/Neut
  • μεταδίδοτε Verb: Pres Act Ind/Imperative 2nd Plur
  • μεταδιδόασιν Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • μεταδιδόναι Verb: Pres Act Infin
  • μεταδιδόντος Verb: Pres Act Part Gen Sing Masc
  • μεταδιδούς Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
  • Imperfect
  • μετεδίδου Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
  • Future
  • Aorist
  • μεταδόντος Verb: Aor Act Part Gen Sing Masc
  • μεταδότω Verb: 2Aor Act Mid 3rd Sing
  • μεταδοῦναι Verb: 2Aor Act Infin
  • μεταδῶ Verb: 2Aor Act Subj 1st Sing
  • μετέδωκα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
  • μετέδωκεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • Perfect
μεταδιώκειν
μεταδιώκω
μεταδόντος
μεταδότω
μεταδοῦναι
μεταδῶ
μεταθεῖναι
μεταθέμενον
μεταθέντες
μετάθες
μεταθέσει
μεταθέσεως
μετάθεσιν
μετάθεσις
Feminine
 SingularPlural
NOMμετάθεσιςμεταθέσεις
GENμεταθέσεωςμεταθέσεων
DATμεταθέσειμεταθέσεσι(ν)
ACCμετάθεσι(ν)μεταθέσεις
μεταθῇς
μεταθήσω
μέταιρε
μεταίρω
μεταίτιος
μεταιτίους
μετακάλεσαι
μετακαλέσαι
μετακαλέσομαι
μετακαλέω
μετακινέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to transpose, shift, remove, move away, sway, turn aside
    • to be unstable, changeable
    • to stir to a place elsewhere
    • to transform, alter
  • Cognates: διακινέω, ἐκκινέω, κινέω, ἐπικινέω, μετακινέω, συγκινέω
  • Forms:
    • μετακινηθήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
    • μετακινήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • μετακινήσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • μετακινήσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
    • μετακινήσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • μετακινουμένη Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Fem
    • μετακινούμενοι Verb: Pres Pass Part Nom Plur Masc
    • μετεκίνησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
μετακινηθήσονται
μετακινήσει
μετακινήσεις
μετακίνησι(ν)
μετακίνησις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: change, shifting motion
  • Cognates: κίνησις
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMμετακίνησιςμετακινήσεις
GENμετακινήσεωςμετακινήσεων
DATμετακινήσειμετακινήσεσι(ν)
ACCμετακίνησι(ν)μετακινήσεις
μετακινήσουσιν
μετακινήσω
μετακινουμένη
μετακινούμενοι
μετακιρνάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to temper
      • to mix with
      • to accommodate
    • Middle:
      • to change, change one's nature
      • to transform
  • Cognates: κιρνάω, μετακιρνάω
  • Forms:
    • μετεκιρνᾶτο Verb: Imp Mid Ind 3rd Sing
μετακληθείς
μετακομίζω
μετακομίσοντας
μετακόσμιος
μεταλαβεῖν
μεταλάβητε
μεταλαβόντες
μεταλαβοῦσαι
μεταλάβωμεν
μεταλαβών
μεταλαμβάνει
μεταλαμβάνειν
μεταλαμβάνετε
μεταλαμβανέτωσαν
μεταλαμβάνοντες
μεταλαμβάνω
  • Present
  • μεταλαμβάνετε Verb: Pres Act Ind/Imperative 2nd Plur
  • μεταλαμβάνει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • μεταλαμβάνειν Verb: Pres Act Infin
  • μεταλαμβάνων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
  • μεταλαμβανέτωσαν Verb: Pres Act Imperative 3rd Plur
  • μεταλαμβάνοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
  • Imperfect
  • μετελάμβανον Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
  • Future
  • μεταλήμψεσθαι Verb: Fut Mid Infin
  • μεταλήψεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
  • μεταληψόμεθα Verb: Fut Mid Ind 1st Plur
  • Aorist
  • μεταλάβητε Verb: Aor Act subj 2nd plur
  • μεταλάβωμεν Verb: Aor Act subj 1st Plur
  • μεταλαβεῖν Verb: 2Aor Act Infin
  • μεταλαβόντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
  • μεταλαβοῦσαι Verb: Aor Act Infin
  • μεταλαβών Verb: 2Aor Act Part Nom Sing Masc
  • μετέλαβεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • μετελάβετε Verb: Aor Act Ind 2nd Plur
  • μετέλαβον Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
  • Perfect
  • μετειληφότες Verb: Perf Act Part Nom Plur Masc
μεταλαμβάνων
μεταλήμψεσθαι
μετάλημψιν
μετάλημψις
Feminine
 SingularPlural
NOMμετάλημψιςμεταλήψεις
GENμεταλήψεωςμεταλήψεων
DATμεταλήψειμεταλήψεσι(ν)
ACCμετάληψιν
μετάλημψιν
μεταλήψεις
μεταλήψεται
μετάληψιν
μεταληψόμεθα
μεταλλάξαι
μεταλλάξαντος
μεταλλάσσοντας
μεταλλάσσω
μεταλλεύει
μεταλλευομένη
μεταλλεύσεις
μεταλλεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to get by mining, mine, remove ore, get by digging in the ground and extracting
    • to pervert (Wis 4:12)
    • to transform
    • Passive: to be converted, changed (Wis 16:25)
  • Forms:
    • μεταλλεύει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • μεταλλευομένη Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Fem
    • μεταλλεύσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
μέταλλον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: a mine, quarry (of precious metals)
  • Forms:
    • μετάλλων Noun: Gen Plur Neut
μετάλλων
μεταμέλεια
μεταμελείᾳ
μεταμελέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to feel repentance, regret, be sorry, change mind
  • Cognates: ἀμελέω, ἀτημελέω, μεταμελέω, πλημμελέω, τημελέω
  • Forms:
    • μεταμεληθέντες Verb: Aor Pass Part Nom Plur Masc
    • μεταμεληθῇς Verb: Aor Pass Subj 2nd Sing
    • μεταμεληθήσεσθε Verb: Fut Pass Ind 2nd Plur
    • μεταμεληθήσῃ Verb: Fut Pass Ind 2nd Sing
    • μεταμελήσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • μεταμελοῦ Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
    • μεταμεμέλημαι Verb: Perf Mid Ind 1st Sing
    • μετεμελήθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • μετεμέλοντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
μεταμεληθείς
μεταμεληθέντες
μεταμεληθῇς
μεταμεληθήσεσθε
μεταμεληθήσεται
μεταμεληθήσῃ
μεταμελήσῃ
μεταμέλομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind Deponent 1st Sing
  • Meaning: to repent (self), regret, care afterwards
  • Forms:
    • μεταμεληθείς Verb: Aor Pass Deponent Part Nom Sing Masc
    • μεταμεληθήσεται Verb: Fut Pass Deponent Ind 3rd Sing
    • μετεμελήθητε Verb: Aor Pass Deponent Ind 2nd Plur
    • μετεμελόμην Verb: Imp Mid/Pass Deponent Ind 1st Sing
μετάμελον
μετάμελος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • repentance, regret
    • unsettled feeling of regret over what has happened or done
  • Cognates: μέλος, μετάμελος
  • Forms:
    • μετάμελον Noun: Acc Sing Masc
μεταμελοῦ
μεταμεμέλημαι
μεταμεμορφωμένον
  • Parse:
    • Verb: Perf Mid/Pass Part Nom/Acc Neut
    • Verb: Perf Mid/Pass Part Acc Masc
  • Root: μεταμορφόω
μεταμορφούμεθα
μεταμορφοῦσθαι
μεταμορφοῦσθε
μεταμορφόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to change form, transfigure, transform (literally or figuratively, "metamorphose")
  • Cognates: μορφόω, συμμορφόω
  • Forms:
    • μεταμορφούμεθα Verb: Pres Pass Ind 1st Plur
    • μεταμορφοῦσθαι Verb: Pres Pass Infin
    • μεταμορφοῦσθε Verb: Pres pass Imperative 2nd Plur
    • μετεμορφώθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • μεταμεμορφωμένον
      • Verb: Perf Mid/Pass Part Nom/Acc Neut
      • Verb: Perf Mid/Pass Part Acc Masc
μεταναστεύου
μεταναστεύσαι
μεταναστεύσω
μεταναστεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to cause to depart
    • Middle:
      • to depart
      • to remove, depart, flee
  • Forms:
    • μεταναστεύου Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
    • μεταναστεύσαι Verb: Aor Act Infin
    • μεταναστεύσω Verb: Aor Act Subj 1st Sing
μεταναστήσεις
μεταναστήτωσαν
μετανενοήκασι
μετανενοήκασιν
μετανενοηκότας
μετανίστημι
μετανόει
μετανοεῖ
  • Parse:
    • Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Sing
    • Verb: Pres Act Imperative 2nd sing
  • Root: μετανοέω
μετανοεῖν
μετανοεῖτε
μετανοείτω
μετανοέω
  • Present
  • μετανοοῦντα
    • Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • Verb: Pres Act Part Nom/Acc Plur Neut
  • μετανοῇ
    • Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind/Subj 2nd Sing
  • μετανοοῦντος Verb: Pres Act Part Gen Sing Masc/Neut
  • μετανοεῖ
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Sing
    • Verb: Pres Act Imperative 2nd sing
  • μετανόει Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
  • μετανοεῖν Verb: Pres Act Infin
  • μετανοεῖτε Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
  • μετανοείτω Verb: Pres Act Imperative 3rd Sing
  • μετανοῆτε Verb: Pres Act Subj 2nd Plur
  • μετανοοῦντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
  • μετανοοῦντι Verb: Pres Act Part Dat Sing Masc
  • μετανοούντων Verb: Pres Act Part Gen Plur Masc
  • μετανοοῦσι Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • μετανοοῦσιν Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • μετανόω Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • μετανοῶν Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
  • μετανοῶσιν Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
  • Imperfect
  • μετανοεῖ Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
  • Future
  • μετανοήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • μετανοήσουσι Verb: Fut Act Ind 3rd. Plur
  • μετανοήσῃ Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
  • μετανοήσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd. Plur
  • μετανοήσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
  • Aorist
  • μετενόησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • μετανοῆσαι Verb: Aor Act Infin
  • μετανοήσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
  • μετανοήσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
  • μετανοησάντων Verb: Aor Act Part Gen Plur Masc
  • μετανοήσατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • μετανοήσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • μετανοήσῆς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
  • μετανοήσητε Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
  • μετανόησον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • μετενόησα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
  • μετενόησαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
  • μετενόησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • μετανοήσῃ
    • Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • Verb: Aor Mid Subj 2nd Sing
  • μετανοήσωμεν Verb: Aor Act Subj 1st Plur
  • μετανοήσωσι Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
  • μετανοήσωσι(ν) Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
  • Perfect
  • μετανενοηκότας Verb: Perf Act Part Acc Plur Masc
  • μετανενοήκασι Verb: Perf Act Ind 3rd Plur
  • μετανενοήκασιν Verb: Perf Act Ind 3rd Plur
μετανοῇ
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind/Subj 2nd Sing
  • Root: μετανοέω
μετανοῆσαι
μετανοήσαντες
μετανοησάντων
μετανοήσατε
μετανοήσει
μετανοήσῃ
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • Verb: Aor Mid Subj 2nd Sing
    • Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
  • Root: μετανοέω
μετανοήσῃ
μετανοήσῆς
μετανοήσητε
μετανόησον
μετανοήσουσι
μετανοήσουσιν
μετανοήσω
μετανοήσωμεν
μετανοήσωσι
μετανοήσωσιν
μετανοῆτε
μετάνοια
Feminine
 SingularPlural
NOMμετάνοιαμετάνοιαι
GENμετανοίαςμετανοιῶν
DATμετανοίᾳμετανοίαις
ACCμετάνοιανμετανοίας
μετανοίᾳ
μετάνοιαν
μετανοίας
μετανοοῦντα
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • Verb: Pres Act Part Nom/Acc Plur Neut
  • Root: μετανοέω
μετανοοῦντες
μετανοοῦντι
μετανοοῦντος
μετανοούντων
μετανοοῦσι
μετανοοῦσιν
μετανόω
μετανοῶν
μετανοῶσιν
μετάξαι
μεταξύ
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • Of Time: between, afterward, next, meanwhile
    • Of Place: between, in the middle of
    • Reciprocal: between, among (e.g., between you and him)
    • As Preposition + Gen.: mingled among
μεταπαιδεύεται
μεταπαιδεύω
μεταπαραδιδόασιν
μεταπαραδίδωμι
μεταπείθω
μεταπεῖσαι
μεταπεμπόμενος
μεταπέμπω
μεταπεμφθείς
μετάπεμψαι
μεταπεμψάμενος
μεταπέμψασθαι
μεταπέμψηται
μεταπέμψομαι
μεταπεσεῖν
μεταπεσεῖσθαι
μεταπέσῃ
μεταπίπτω
μετασκευάζω
μετασκευάζων
μετασταθῶ
μεταστάντος
μεταστάσῃ
μεταστῇ
μεταστῆσαι
μεταστήσας
μεταστήσεις
μεταστήσεσθαι
μεταστήσεται
μεταστήσῃ
  • Parse:
    • Verb: Aor Act subj 3rd Sing
    • Verb: Aor mid subj 2nd sing
    • Verb: Fut mid ind 2nd sing
  • Root: μεθίστημι
μετάστησον
μεταστήσουσιν
μεταστήσω
μετάστητε
μεταστραφήσεται
μεταστραφήσονται
μεταστραφήτω
μεταστρέφει
μεταστρεφόμενος
μετάστρεψον
μεταστρέφοντας
μεταστρέφω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to turn around, turn about, return
      • to turn over
      • to pervert, twist, misrepresent, change, alter
      • to change, alter the nature of something
      • to turn another way, change one's way
      • to change, convert something to something else
      • to relinquish, surrender, turn over to
      • to cause to revert
      • to direct into a specific way
    • Passive:
      • to direct oneself (into a specific way)
      • to return from a battlefield
  • Cognates: ἀναστρέφω, ἀποστρέφω, διαστρέφω, ἐκστρέφω, ἐπαναστρέφω, ἐπιστρέφω, ἐπισυστρέφω, καταστρέφω, μεταστρέφω, περιστρέφω, στρέφω, συναναστρέφω, συστρέφω, ὑποστρέφω
  • Forms:
    • μεταστραφήσεται Verb: 2nd Fut Pass Ind 3rd Sing
    • μεταστραφήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
    • μεταστραφήτω Verb: 2Aor Pass Imperative 3rd Sing
    • μεταστρέφει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • μεταστρεφόμενος Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc
    • μεταστρέφοντας Verb: Pres Act Part Acc Plur Masc
    • μεταστρέφων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • μεταστρέψαι Verb: Aor Act Infin
    • μετάστρεψον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • μεταστρέψω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • μετεστράφη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • μετεστράφησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • μετέστρεψεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
μεταστρέφων
μεταστρέψαι
μεταστρέψω
μεταστροφή
Feminine
 SingularPlural
NOMμεταστροφήμεταστροφαί
GENμεταστροφῆςμεταστροφῶν
DATμεταστροφῇμεταστροφαῖς
ACCμεταστροφήνμεταστροφάς
VOCμεταστροφήμεταστροφαί
μετασχεῖν
μετάσχετε
  • Parse: Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • Root: μετέχω
μετασχέτω
  • Parse: Verb: Aor Act Imperative 3rd Sing
  • Root: μετέχω
μετασχηματίζεται
μετασχηματιζόμενοι
μετασχηματιζόμενος
μετασχηματίζονται
μετασχηματίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to transfer, transform (self), change the form of, transfigure, disguise, apply
  • Cognates: συσχηματίζω
  • Forms:
    • μετασχηματισθείς Verb: Aor Pass Part Nom Sing Masc
    • μετασχηματίσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • μετασχηματίζεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • μετασχηματιζόμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
    • μετασχηματιζόμενος Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc
    • μετασχηματίζονται Verb: Pres Pass Ind 3rd Plur
    • μετεσχημάτισα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
μετασχηματίσει
μετασχηματισθείς
μετάσχωσι
μετατεθέντας
μετατεθῆναι
μετατεθήσεται
μετατεθήσονται
μετατιθείς
μετατιθεμένης
μετατιθέμενος
μετατιθέντες
μετατίθεσθαι
μετατίθεσθε
μετατίθημι
μετατραπήτω
μετατρέπω
μετατρέψαι
μεταφέρειν
μεταφέρω
μετάφρασιν
μετάφρασις
Feminine
 SingularPlural
NOMμετάφρασιςμεταφράσεις
GENμεταφράσεωςμεταφράσεων
DATμεταφράσειμεταφράσεσι(ν)
ACCμετάφρασι(ν)μεταφράσεις
μετάφρενα
μεταφρένοις
μετάφρενον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: the back, the part behind the midriff
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMμετάφρενονμετάφρενα
GENμεταφρένουμεταφρένων
DATμεταφρένῳμεταφρένοις
ACCμετάφρενονμετάφρενα
μεταφρένων
μεταφυτεύω
μεταχέω
μεταχέων
μεταχθέντες
  • Parse: Verb: Aor Pass Part Nom Plur Masc
  • Root: μετάγω
μεταχθῇ