μετά
  • Parse: PREP
  • Meaning:
    • With Genitive: with, amid, in company with, among
      • attendance, company, alliance:
        • εἶναι μετά τινος - to side with
        • μάχεσθαι μετά τινος - in alliance with. cf. Mark 1:13, 20, 29, 36
      • manner, attendant circumstances:
        • μετὰ δακρύων - amid tears
        • μετὰ κινδύνων - in the midst of danger
      • in conflict with; against someone (after verbs of quarrelling, fighting)
        • Μιχαὴλ καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ τοῦ πολεμῆσαι μετὰ τοῦ δράκοντος - Michael and his angels fought against the dragon, Rev 12:7
    • With Accusative: after, next to, behind
      • Of Time:
        • μετὰ μάχην - after the battle
        • μετὰ ταῦτα - after these things
        • μεθ᾿ ἡμέραν - at daybreak. cf Luke 5:27; 9:28; 10:1; 12:4
      • Of Place:
        • μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα - behind the second curtain, Heb 9:3
      • Of rank, succession:
        • θειότατον μετὰ θεοὺς ἡ ψυχή - next to the gods, the soul is most divine
        • μέγιστος μετὰ Ἴστρον - the largest (river) next to the Ister
  • Forms:
    • μεθ᾿ PREP
    • μετ᾿ PREP
μετάβα
μεταβαίνειν
μεταβαίνετε
μεταβαίνουσα
μεταβαίνω
μεταβαλεῖ
μεταβάλεσθε
μεταβάλῃ
μεταβάλλει
μεταβαλλόμενοι
μεταβαλλόμενον
μεταβάλλω
μεταβαλοίμεθα
μεταβαλόμενοι
μεταβαλόμενοι
μεταβαλόντων
μεταβαλοῦσα
μεταβαλοῦσιν
μεταβαλών
μεταβάς
μεταβεβήκαμεν
μεταβέβηκεν
μεταβεβηκέναι
μεταβεβληκυῖαν
μεταβῇ
μετάβηθι
μεταβήσεται
μεταβηχας
  • Parse: Transliterated word
  • Hebrew:
  • Meaning: from Tibhath
  • Concord: 1Chron 18:8
μεταβληθήσεται
μεταβολαῖς
μεταβολάς
μεταβολή
μεταβολῇ
μεταβολῆς
μεταβολία
μεταβολίας
μεταβόλοι
μεταβόλος
μεταβόλων
μεταβῶμεν
μεταγενέστερος
μεταγενής
μεταγενομένοις
μεταγενομένους
μετάγεται
μεταγίνομαι
μετάγομεν
μεταγράφω
μεταγράψωμαι
μετάγω
μεταδιαιτάω
μεταδιαιτηθέντες
μεταδιδόασιν
μεταδιδόναι
μεταδιδόντος
μεταδίδοτε
μεταδιδούς
μεταδιδοῦσιν
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • Verb: Pres Act Part Dat Plur Masc/Neut
  • Root: μεταδίδωμι
μεταδίδωμι
μεταδιώκειν
μεταδιώκω
μεταδόντος
μεταδότω
μεταδοῦναι
μεταδῶ
μεταθεῖναι
μεταθέμενον
μεταθέντες
μετάθες
μεταθέσει
μεταθέσεως
μετάθεσιν
μετάθεσις
μεταθῇς
μεταθήσω
μέταιρε
μεταίρω
μεταίτιος
μεταιτίους
μετακάλεσαι
μετακαλέσομαι
μετακαλέω
μετακινέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to transpose, shift, remove, move away, sway, turn aside
    • to stir to a place elsewhere
  • Cognates: διακινέω, ἐκκινέω, κινέω, ἐπικινέω, μετακινέω, συγκινέω
  • Forms:
    • μετακινηθήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
    • μετακινήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • μετακινήσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • μετακινήσουσιν Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
    • μετακινήσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • μετακινουμένη Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Fem
    • μετακινούμενοι Verb: Pres Pass Part Nom Plur Masc
    • μετεκίνησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
μετακινηθήσονται
μετακινήσει
μετακινήσεις
μετακίνησις
μετακινήσουσιν
μετακινήσω
μετακινουμένη
μετακινούμενοι
μετακιρνάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to temper
      • to mix with
      • to accommodate
    • Middle:
      • to change
      • to transform
  • Cognates: κιρνάω, μετακιρνάω
  • Forms:
    • μετεκιρνᾶτο Verb: Imp Mid Ind 3rd Sing
μετακληθείς
μετακομίζω
μετακομίσοντας
μετακόσμιος
μεταλαβεῖν
μεταλάβητε
μεταλαβόντες
μεταλαβοῦσαι
μεταλάβωμεν
μεταλαβών
μεταλαμβάνει
μεταλαμβάνειν
μεταλαμβάνετε
μεταλαμβανέτωσαν
μεταλαμβάνοντες
μεταλαμβάνω
μεταλαμβάνων
μεταλήμψεσθαι
μετάλημψιν
μετάλημψις
μεταλήψεται
μετάληψιν
μεταληψόμεθα
μεταλλάξαι
μεταλλάξαντος
μεταλλάσσοντας
μεταλλάσσω
μεταλλεύει
μεταλλευομένη
μεταλλεύσεις
μεταλλεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to get by mining, mine, remove ore
    • to pervert (Wis 4:12)
    • Passive: to be converted, changed (Wis 16:25)
  • Forms:
    • μεταλλεύει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • μεταλλευομένη Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Fem
    • μεταλλεύσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
μέταλλον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: a mine
  • Forms:
    • μετάλλων Noun: Gen Plur Neut
μετάλλων
μεταμέλεια
μεταμελείᾳ
μεταμελέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to feel repentance, regret, be sorry, change mind
  • Cognates: ἀμελέω, ἀτημελέω, μεταμελέω, πλημμελέω, τημελέω
  • Forms:
    • μεταμεληθέντες Verb: Aor Pass Part Nom Plur Masc
    • μεταμεληθῇς Verb: Aor Pass Subj 2nd Sing
    • μεταμεληθήσεσθε Verb: Fut Pass Ind 2nd Plur
    • μεταμεληθήσῃ Verb: Fut Pass Ind 2nd Sing
    • μεταμελήσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • μεταμελοῦ Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
    • μεταμεμέλημαι Verb: Perf Mid Ind 1st Sing
    • μετεμελήθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • μετεμέλοντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
μεταμεληθείς
μεταμεληθέντες
μεταμεληθῇς
μεταμεληθήσεσθε
μεταμεληθήσεται
μεταμεληθήσῃ
μεταμελήσῃ
μεταμέλομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind Deponent 1st Sing
  • Meaning: to repent (self), regret, care afterwards
  • Forms:
    • μεταμεληθείς Verb: Aor Pass Deponent Part Nom Sing Masc
    • μεταμεληθήσεται Verb: Fut Pass Deponent Ind 3rd Sing
    • μετεμελήθητε Verb: Aor Pass Deponent Ind 2nd Plur
    • μετεμελόμην Verb: Imp Mid/Pass Deponent Ind 1st Sing
μετάμελον
μετάμελος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: repentance, regret
  • Cognates: μέλος, μετάμελος
  • Forms:
    • μετάμελον Noun: Acc Sing Masc
μεταμελοῦ
μεταμεμέλημαι
μεταμεμορφωμένον
  • Parse:
    • Verb: Perf Mid/Pass Part Nom/Acc Neut
    • Verb: Perf Mid/Pass Part Acc Masc
  • Root: μεταμορφόω
μεταμορφούμεθα
μεταμορφοῦσθαι
μεταμορφοῦσθε
μεταμορφόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to change form, transfigure, transform (literally or figuratively, "metamorphose")
  • Cognates: μορφόω, συμμορφόω
  • Forms:
    • μεταμορφούμεθα Verb: Pres Pass Ind 1st Plur
    • μεταμορφοῦσθαι Verb: Pres Pass Infin
    • μεταμορφοῦσθε Verb: Present pass Imperative 2nd Plur
    • μετεμορφώθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • μεταμεμορφωμένον
      • Verb: Perf Mid/Pass Part Nom/Acc Neut
      • Verb: Perf Mid/Pass Part Acc Masc
μεταναστεύου
μεταναστεύσαι
μεταναστεύσω
μεταναστεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to remove, depart, flee
  • Forms:
    • μεταναστεύου Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
    • μεταναστεύσαι Verb: Aor Act Infin
    • μεταναστεύσω Verb: Aor Act Subj 1st Sing
μεταναστήσεις
μεταναστήτωσαν
μετανενοήκασι
μετανενοήκασιν
μετανενοηκότας
μετανίστημι
μετανόει
μετανοεῖ
  • Parse:
    • Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Sing
    • Verb: Pres Act Imperative 2nd sing
  • Root: μετανοέω
μετανοεῖν
μετανοεῖτε
μετανοείτω
μετανοέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to repent, change one's mind, think differently or afterwards, i.e. reconsider (morally, feel compunction)
  • Cognates: ἀγνοέω, δυσνοέω, ἐννοέω, ἐπινοέω, εὐνοέω, κατανοέω, μετανοέω, νοέω, ὁμονοέω, προνοέω, προσνοέω, συννοέω, ὑπονοέω
  • Forms:
    • μετενόησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • μετανοοῦντος Verb: Pres Act Part Gen Sing Masc/Neut
    • μετανοοῦντα
      • Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
      • Verb: Pres Act Part Nom/Acc Plur Neut
    • μετανοῇ
      • Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
      • Verb: Pres Mid/Pass Ind/Subj 2nd Sing
    • μετανοεῖ
      • Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
      • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
      • Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Sing
      • Verb: Pres Act Imperative 2nd sing
    • μετανόει Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
    • μετανενοηκότας Verb: Perf Act Part Acc Plur Masc
    • μετανενοήκασι Verb: Perf Act Ind 3rd Plur
    • μετανενοήκασιν Verb: Perf Act Ind 3rd Plur
    • μετανοεῖν Verb: Pres Act Infin
    • μετανοεῖτε Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
    • μετανοείτω Verb: Pres Act Imperative 3rd Sing
    • μετανοῆσαι Verb: Aor Act Infin
    • μετανοήσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • μετανοήσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • μετανοησάντων Verb: Aor Act Part Gen Plur Masc
    • μετανοήσατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
    • μετανοήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • μετανοήσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • μετανοήσῆς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • μετανοήσητε Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
    • μετανόησον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • μετανοήσουσι Verb: Fut Act Ind 3rd. Plur
    • μετανοήσουσιν Verb: Fut Act Ind 3rd. Plur
    • μετανοήσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • μετανοήσωμεν Verb: Aor Act Subj 1st Plur
    • μετανοήσωσι Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
    • μετανοήσωσιν Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
    • μετανοῆτε Verb: Pres Act Subj 2nd Plur
    • μετανοοῦντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • μετανοοῦντι Verb: Pres Act Part Dat Sing Masc
    • μετανοούντων Verb: Pres Act Part Gen Plur Masc
    • μετανοοῦσι Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • μετανοοῦσιν Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • μετανόω Verb: Pres Act Ind 1st Sing
    • μετανοῶν Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • μετανοῶσιν Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
    • μετενόησα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
    • μετενόησαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • μετενόησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • μετανοήσῃ
      • Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
      • Verb: Aor Mid Subj 2nd Sing
      • Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
μετανοῇ
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind/Subj 2nd Sing
  • Root: μετανοέω
μετανοῆσαι
μετανοήσαντες
μετανοησάντων
μετανοήσατε
μετανοήσει
μετανοήσῃ
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • Verb: Aor Mid Subj 2nd Sing
    • Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
  • Root: μετανοέω
μετανοήσῃ
μετανοήσῆς
μετανοήσητε
μετανόησον
μετανοήσουσι
μετανοήσουσιν
μετανοήσω
μετανοήσωμεν
μετανοήσωσι
μετανοήσωσιν
μετανοῆτε
μετάνοια
μετανοίᾳ
μετάνοιαν
μετανοίας
μετανοοῦντα
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • Verb: Pres Act Part Nom/Acc Plur Neut
  • Root: μετανοέω
μετανοοῦντες
μετανοοῦντι
μετανοοῦντος
μετανοούντων
μετανοοῦσι
μετανοοῦσιν
μετανόω
μετανοῶν
μετανοῶσιν
μετάξαι
μεταξύ
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • Of Time: between, afterward, next, meanwhile
    • Of Place: between, in the middle of
    • Reciprocal: between, among (e.g., between you and him)
μεταπαιδεύεται
μεταπαιδεύω
μεταπαραδιδόασιν
μεταπαραδίδωμι
μεταπείθω
μεταπεῖσαι
μεταπεμπόμενος
μεταπέμπω
μεταπεμφθείς
μετάπεμψαι
μεταπεμψάμενος
μεταπέμψασθαι
μεταπέμψηται
μεταπέμψομαι
μεταπεσεῖσθαι
μεταπέσῃ
μεταπίπτω
μετασκευάζω
μετασκευάζων
μετασταθῶ
μεταστάντος
μεταστάσῃ
μεταστῇ
μεταστῆσαι
μεταστήσας
μεταστήσεις
μεταστήσεσθαι
μεταστήσεται
μεταστήσῃ
  • Parse:
    • Verb: Aor Act subj 3rd Sing
    • Verb: Aor mid subj 2nd sing
    • Verb: Fut mid ind 2nd sing
  • Root: μεθίστημι
μετάστησον
μεταστήσουσιν
μεταστήσω
μετάστητε
μεταστραφήσεται
μεταστραφήσονται
μεταστραφήτω
μεταστρέφει
μεταστρεφόμενος
μεταστρέφοντας
μεταστρέφω
μεταστρέφων
μεταστρέψαι
μεταστρέψω
μεταστροφή
μετασχεῖν
μετάσχετε
  • Parse: Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • Root: μετέχω
μετασχέτω
  • Parse: Verb: Aor Act Imperative 3rd Sing
  • Root: μετέχω
μετασχηματίζεται
μετασχηματιζόμενοι
μετασχηματιζόμενος
μετασχηματίζονται
μετασχηματίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to transfer, transform (self), change the form of, transfigure, disguise, apply
  • Cognates: συσχηματίζω
  • Forms:
    • μετασχηματισθείς Verb: Aor Pass Part Nom Sing Masc
    • μετασχηματίσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • μετασχηματίζεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • μετασχηματιζόμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
    • μετασχηματιζόμενος Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc
    • μετασχηματίζονται Verb: Pres Pass Ind 3rd Plur
    • μετεσχημάτισα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
μετασχηματίσει
μετασχηματισθείς
μετάσχωσι
μετατεθέντας
μετατεθῆναι
μετατεθήσεται
μετατεθήσονται
μετατιθείς
μετατιθεμένης
μετατιθέμενος
μετατιθέντες
μετατίθεσθαι
μετατίθεσθε
μετατίθημι
μετατραπήτω
μετατρέπω
μετατρέψαι
μεταφέρειν
μεταφέρω
μετάφρασιν
μετάφρασις
μετάφρενα
μεταφρένοις
μετάφρενον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: the back, the part behind the midriff
  • Forms:
    • μετάφρενα Noun: Acc Plur Neut
    • μεταφρένοις Noun: Dat Plur Neut
    • μεταφρένων Noun: Gen Plur Neut
μεταφρένων
μεταφυτεύω
μεταχέω
μεταχέων
μεταχθέντες
  • Parse: Verb: Aor Pass Part Nom Plur Masc
  • Root: μετάγω
μεταχθῇ