πρόσω
  • Parse: Adverb
  • Meaning: farther; further, i.e., a greater distance
  • Forms:
    • πορρώτερον Comparative Adverb
    • πορρωτέρω Comparative Adverb
προσώζεσαν
προσωθέω
  • Meaning: to push to, thrust to
  • Forms:
    • προσωθοῦσιν Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
προσωθοῦσιν
πρόσωπα
προσωπεῖα
προσωπεῖον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: a mask
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπροσωπεῖονπροσωπεῖα
GENπροσωπείουπροσωπείων
DATπροσωπείῳπροσωπείοις
ACCπροσωπεῖονπροσωπεῖα
προσώποις
προσωπολημπτεῖτε
προσωπολημπτέω
  • Meaning: to show partiality
  • Forms:
    • προσωπολημπτεῖτε Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
προσωπολήμπτης
προσωπολημψία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: partiality, favouritism
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπροσωπολημψίαπροσωπολημψίαι
GENπροσωπολημψίαςπροσωπολημψιῶν
DATπροσωπολημψίᾳπροσωπολημψίαις
ACCπροσωπολημψίανπροσωπολημψίας
VOCπροσωπολημψίαπροσωπολημψίαι
προσωπολημψίαις
προσωποληπτεῖτε
προσωποληπτέω
  • Meaning: to show partiality
  • Forms:
    • προσωποληπτεῖτε Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
προσωπολήπτης
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: someone who shows partiality
  • Forms:
    • προσωπολήμπτης Noun: Nom Sing Masc
προσωποληψία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: partiality, favouritism
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπροσωποληψίαπροσωποληψίαι
GENπροσωποληψίαςπροσωποληψιῶν
DATπροσωποληψίᾳπροσωποληψίαις
ACCπροσωποληψίανπροσωποληψίας
VOCπροσωποληψίαπροσωποληψίαι
προσωποληψίαις
προσωποληψίας
πρόσωπον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • face, countenance (the front of the head)
    • physical presence (of someone)
    • presence (of something) (e.g., in the face of trouble)
    • the leading line of the enemy army
    • surface (of something)
    • the facing area
    • external, appearance
    • façade, disguise, pretense

      ἵνα ἔχητε πρὸς τοὺς ἐν προσώπῳ καυχωμένους καὶ μὴ ἐν καρδίᾳ
      that you will have an answer for those who take pride in external and not in heart (2Cor 5:12)

    • person, people
    • +κατά = headlong

      εἰσελεύσεται πᾶς ὁ λαὸς ὁρμήσας ἕκαστος κατὰ πρόσωπον εἰς τὴν πόλιν
      all the people shall enter rushing headlong into the city (Josh 6:5)

    • + πίπτω = facedown (ἐπὶ πρόσωπον)

      ἔπεσεν Ἰησοῦς ἐπὶ τὴν γῆν ἐπὶ πρόσωπον
      Joshua fell facedown upon the ground (Josh 7:6)

      ἔπεσαν ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν
      they fell facedown (Matt. 17:6)

    • ἀπὸ προσώπου = because of, on account of (Hos 10:15; Hag 2:14); confronted by (Nah 1:6)
    • ἐκ προσώπου = on account of (1Sam 8:18)
    • ἐν προσώπῳ = in the presence of
    • ἐπι προσώπου = facing, toward
    • κατὰ προσώπον = facing, opposite
    • πρὸ προσώπου = ahead of, facing, opposite, in sight of, before the eyes of, right in front of
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπρόσωπονπρόσωπα
GENπροσώπουπροσώπων
DATπροσώπῳπροσώποις
ACCπρόσωπονπρόσωπα
προσώπου
προσώπῳ
προσώπων
προσωρμίσθησαν
προσώχθικα
προσώχθισα
προσώχθισαν
προσώχθισε(ν)
προσωχθίσθη
προσωχύρωσε(ν)