ὠλέθρευον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: ὀλεθρεύω
ὠλέθρευσας
ὠλέθρευσε(ν)
ὠλέθρευτο
ὠλένας
ὠλένη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: elbow
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMὠλένηὠλέναι
GENὠλένηςὠλενῶν
DATὠλένῃὠλέναις
ACCὠλένηνὠλένας
VOCὠλένηὠλέναι
ὤλεσε
ὤλετο
ὠλιγοποίησε(ν)
ὠλιγοψύχησα
ὠλιγοψύχησαν
ὠλιγοψύχησε(ν)
ὠλιγώθη
ὠλιγώθησαν
ὠλιγώρησαν
ὤλισθε(ν)
ὠλίσθησα
ὠλίσθησε(ν)
ὠλόθρευσας
ὠλόθρευσε(ν)
ὠλόλυζον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: ὀλολύζω
ὠλόλυξε(ν)
ὤλοντο
ὠλοφύρετο