ὦκ᾽
  • Parse: Adj: Nom/Acc Plur Neut
  • Root: ὠκύς
ὦκα
  • Parse: Adj: Nom/Acc Plur Neut
  • Root: ὠκύς
ὠκεανοῖο
ὠκεανόν
ὠκεανός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: the ocean; Oceanus
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMὠκεανόςὠκεανοί
GENὠκεανοῦ
ὠκεανοῖο
ὠκεανῶν
DATὠκεανῷὠκεανοῖς
ACCὠκεανόνὠκεανούς
VOCὠκεανέὠκεανοί
ὠκεανοῦ
ᾤκει
  • Parse: Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
  • Root: οἰκέω
ὠκεῖς
ᾤκεον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: οἰκέω
ᾠκήσαμεν
ᾤκησαν
ᾤκησε
ᾤκησεν
ᾤκισας
ὤκλασαν
ὤκλασε
ὤκλασεν
ὤκνησας
ὤκνησε
ὤκνησεν
ᾠκοδομεῖτο
ᾠκοδόμεσε
ᾠκοδόμεσεν
ᾠκοδομήθη
ᾠκοδόμηκα
ᾠκοδομήκασιν
ᾠκοδομήκατε
ᾠκοδομημέναι
ᾠκοδομημένη
ᾠκοδομημένην
ῴκοδομημένης
ᾠκοδομημένον
ᾠκοδομημένος
ᾠκοδομημένων
ᾠκοδόμηνται
ᾠκοδόμησα
ᾠκοδομήσαμεν
ᾠκοδόμησαν
ᾠκοδόμησας
ᾠκοδομήσατε
ᾠκοδόμησε
ᾠκοδόμησεν
ᾠκοδόμηται
ᾠκοδόμητο
ᾠκοδόμουν
ᾠκοδομοῦσαν
ᾠκοδομωμένη
ᾠκοῦμεν
  • Parse: Verb: Imperfect Act Ind 1st Plur
  • Root: οἰκέω
ᾤκουν
  • Parse: Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: οἰκέω
ᾠκτείρησε
ᾠκτείρησεν
ὠκύμορος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: dying early, quickly dying
  • Forms:
    • ὠκυμόρους Adj: Acc Plur Masc/Fem
ὠκυμόρους
ὠκύς
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: quick, swift, fleet
  • Forms:
    • ὦκ᾽ Adj: Nom/Acc Plur Neut
    • ὦκα Adj: Nom/Acc Plur Neut
    • ὠκεῖς Adj: Nom Plur Masc
    • ὠκύτατος Adj: Nom Sing Masc Superlative
ὠκύτατος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc Superlative
  • Root: ὠκύς
ὠκύτης
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: swiftness, fleetness
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMὠκύτηςὠκύτητες
GENὠκύτητοςὠκυτήτων
DATὠκύτητιὠκύτησιν
ACCὠκύτηταὠκύτητας
ὠκύτητι