ὡμάλισαν
ὡμαλισμένη
ὦμεν
  • Parse: Verb: Pres Subj 1st. Plur
  • Root: εἰμί
ᾤμην
ὠμία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • shoulder, rim
    • corner (of a building)
    • supporting piece, flange
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMὠμίαὠμίαι
GENὠμίαςὠμιῶν
DATὠμίᾳὠμίαις
ACCὠμίανὠμίας
ὠμίαι
ὠμίαν
ὠμίας
ὡμίλει
ὡμίλησε
ὡμίλησεν
ὡμίλουν
ὡμιλοῦσαν
ὤμνυον
ὤμοι
  • Parse: interjection
  • Meaning: oh!
ὦμοι
ὤμοις
ὠμοῖς
ὤμοισιν
ὡμοιώθη
ὡμοιώθημεν
ὡμοιώθην
ὡμοιώθης
ὡμοιωμένοι
ὡμοίωσα
ὡμοίωσας
ὡμοιώσατε
ὡμοίωσε
ὡμοίωσεν
ὠμόλινον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • coarse linen towel, burlap
    • raw flax
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMὠμόλινονὠμόλινα
GENὠμολίνουὠμολίνων
DATὠμολίνῳὠμολίνοις
ACCὠμόλινονὠμόλινα
ὡμολόγει
ὡμολογήσαμεν
ὡμολόγησαν
ὡμολόγησας
ὡμολόγησε
ὡμολόγησεν
ὡμολόγουν
ὦμον
ὠμόν
ὦμος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • shoulder (including upper arm)
    • shoulder strap (for mounting the ephod)
    • slope of a mountain (Ezek 25:9)
  • Note: In Prov. 19:29, ὤμοις appears as spelling for ὁμοίως, meaning: likewise
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMὦμοςὦμοι
GENὤμουὤμων
DATὤμῳὤμοις
ὤμοισιν
ACCὦμονὤμους
ὠμός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • raw, uncooked (food); e.g. Ex. 12:9
    • savage, cruel, unrefined, uncultured, rough (person); e.g., 2Macc 4:25; 7:27
    • barbarous, cruel (thing); e.g., cruel cauldron for burning martyrs (4Macc 18:20)
    • raw, uncooked, savage, cruel
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMὠμόςὠμάὠμόν
GENὠμοῦὠμᾶςὠμοῦ
DATὠμῷὠμᾷὠμῷ
ACCὠμόνὠμάνὠμόν
Plural
 MascFemNeut
NOMὠμοίὠμαίὠμά
GENὠμῶν
DATὠμοῖςὠμαῖςὠμοῖς
ACCὠμούςὠμάςὠμά
  • Comparatives & Superlatives
  • ὠμότατε Adj: Voc Sing Masc Superlative
ὤμοσα
ὠμόσαμεν
ὤμοσαν
ὤμοσας
ὤμοσε
ὤμοσεν
ὠμότατε
  • Parse: Adj: Voc Sing Masc Superlative
  • Root: ὠμός
ὠμότης
Feminine
 SingularPlural
NOMὠμότηςὠμότητες
GENὠμότητοςὠμοτήτων
DATὠμότητιὠμότησιν
ACCὠμότηταὠμότητας
ὠμότητα
ὠμότητι
ὠμοτοκέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to miscarry, bring forth untimely
  • Forms:
    • ὠμοτόκησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ὠμοτόκησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
ὠμοτόκησε
ὠμοτόκησεν
ὤμου
ὠμοῦ
ὤμους
ὠμόφρων
Singular
 MascFemNeut
NOMὠμόφρωνὠμόφρον
GENὠμόφρος
DATὠμόφρονι
ACCὠμόφροναὠμόφρον
Plural
 MascFemNeut
NOMὠμόφρεςὠμόφρα
GENὠμόφρῶν
DATὠμόφροσι
ACCὠμόφροςὠμόφρα
ὤμῳ
ὤμων