πόσα
πόσαι
πόσαις
ποσάκις
  • Parse: Adverb
  • Meaning: how often?; how many times?; frequently
ποσαπλῶς
  • Parse: Adverb
  • Meaning: how often!; how many times!
πόσας
ποσαχῶς
  • Parse: Adverb
  • Meaning: in how many ways?, how much more?
πόσει
πόση
πόσην
πόσης
ποσί
  • Parse: Noun: Dat Plur Masc
  • Root: πούς
ποσίν
  • Parse: Noun: Dat Plur Masc
  • Root: πούς
πόσιν
πόσις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • drink, beverage
    • drinking (the act)
  • Forms:
    • πόσει Noun: Dat Sing Fem
πόσοι
πόσον
πόσος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • how great (long, many, much, large, long)
    • how much?, how many?
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMπόσοςπόσηπόσον
GENπόσουπόσηςπόσου
DATπόσῳπόσῃπόσῳ
ACCπόσονπόσηνπόσον
VOCπόσεπόσηπόσε
Plural
 MascFemNeut
NOMπόσοιπόσαιπόσα
GENπόσωνπόσωνπόσων
DATπόσοιςπόσαιςπόσοις
ACCπόσουςπόσαςπόσα
VOCπόσοιπόσαιπόσα
ποσός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: of some quantity, of some extent
  • Note: The accent is on the ultima; but some copies spell it with the accent on the penult.
ποσότης
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: greatness
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMποσότηςποσότητες
GENποσότητοςποσοτήτων
DATποσότητιποσότησιν
ACCποσότηταποσότητας
ποσότητα
πόσους
πόσῳ
πόσων