περιχαλάω
περιχαλκόω
περιχαλκώσεις
περιχαρακόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to surround with a stockade
  • Cognates: χαρακόω, περιχαρακόω
  • Forms:
    • περιχαράκωσον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • περιεχαράκωσαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
περιχαράκωσον
περιχαρεῖς
περιχαρής
περιχέω
περίχρυσα
περίχρυσοι
top
περίχρυσος
περιχρυσόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to gild all over, cover with gold
  • Cognates: καταχρυσόω, περιχρυσόω, χρυσόω
  • Forms:
    • περιεχρύσωσεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • περικεχρυσωμένα Verb: Perf Mid Part Acc Plur Neut
περιχρύσων
περιχυθέντα
περίχωρα
περίχωρον
περίχωρος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: neighbouring, surrounding country or region, vicinity
  • Forms:
    • περίχωρα Adj: Acc Plur Neut
    • περίχωρον Adj: Acc Sing Fem
    • περιχώρου Adj: Gen Sing Fem
    • περιχώρους Adj: Acc Plur Fem
    • περιχώρῳ Adj: Dat Sing Fem
    • περιχώρων Adj: Gen Plur Masc
περιχώρου
περιχώρους
περιχώρῳ
περιχώρων