περίβαλε
περιβαλεῖ
περιβαλεῖν
περιβαλεῖς
περιβαλεῖται
περιβαλέσθαι
περιβαλέσθω
περιβαλέσθωσαν
περιβάλῃ
περιβάληται
περιβάλλει
περιβάλλεσθαι
περιβάλλεσθε
περιβαλλέσθωσαν
περιβάλλεται
περιβάλληται
περιβαλλομένη
περιβαλλομένου
περιβάλλοντι
περιβάλλουσιν
περιβάλλω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to throw around, place around, put around, lay around
    • to put (a garment) on, wear, clothe, put on
    • to throw (an embankment) around (a city)
    • to put (something) on (someone)
    • to dress (someone) (not necessarily with a garment)
    • to plunge (someone) into torture
    • to embrace (someone)
  • Forms:
  • Present
  • περιβαλλέσθωσαν Verb: Pres Mid/Pass Imperative 3rd Plur
  • περιβάλλει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • περιβάλλεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
  • περιβάλλεσθε Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Plur
  • περιβάλλεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • περιβάλληται Verb: Pres Mid/Pass Subj 3rd Sing
  • περιβαλλομένη Part: Pres Mid/Pass Nom Sing Fem
  • περιβαλλομένου Part: Pres Mid/Pass Gen Sing Masc
  • περιβάλλοντι Part: Pres Act Dat Sing Masc
  • περιβάλλουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • Imperfect
  • περιέβαλλον
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Future
  • περιβαλεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • περιβαλεῖν Verb: Fut Act Infin
  • περιβαλεῖς Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
  • περιβαλεῖται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
  • περιβαλούμεθα Verb: Fut Mid Ind 1st Plur
  • περιβαλοῦσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
  • περιβαλῶ Verb: Fut Act Ind 1st Sing
  • Aorist
  • περίβαλε Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • περιβληθέντες Part: Aor Pass Nom Plur Masc
  • περιέβαλε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • περιέβαλε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • περιέβαλες Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
  • περιεβάλεσθε Verb: Aor Mid Ind 2nd Plur
  • περιεβάλετε Verb: 2Aor Act Ind 2nd Plur
  • περιεβάλετο Verb: 2Aor Mid Ind 3rd Sing
  • περιεβάλομεν Verb: 2Aor Act Ind 1st Plur
  • περιέβαλον Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
  • περιεβάλοντο Verb: Aor Mid Ind 3rd Plur
  • περιβαλέσθαι Verb: 2Aor Mid Infin
  • περιβαλέσθω Verb: Aor Mid Imperative 3rd Sing
  • περιβαλέσθωσαν Verb: Aor Mid Imperative 3rd Plur
  • περιβάλῃ Verb: 2Aor Mid Subj 2nd Sing
  • περιβαλόμενοι Part: Aor Mid Nom Plur Masc
  • περιβαλοῦ Verb: 2Aor Mid Imperative 2nd Sing
  • περιβάληται Verb: 2Aor Mid Subj 3rd Sing
  • περιβαλώμεθα Verb: 2Aor Mid Subj 1st. Plur
  • περιβαλών Part: 2Aor Act Nom Sing Masc
  • περιβάλωνται Verb: Aor Mid Subj 3rd Plur
  • Perfect
  • περιβεβλημένη Part: Perf Mid/Pass Nom Sing Fem
  • περιβεβλημένοι Part: Perf Mid/Pass Nom Plur Masc
  • περιβεβλημένον
    • Part: Perf Mid/Pass Acc Sing Masc
    • Part: Perf Mid/Pass Nom/Acc Sing Neut
  • περιβεβλημένος Part: Perf Mid/Pass Nom Sing Masc
  • περιβεβλημένου Part: Perf Mid/Pass Gen Sing Masc/Neut
  • περιβεβλημένους Part: Perf Mid/Pass Acc Plur Masc
  • περιβεβλημένῳ Part: Perf Mid/Pass Dat Sing Masc/Neut
  • περιβεβλημένων Part: Perf Mid/Pass Gen Plur Masc
περιβαλόμενοι
περιβαλοῦ
περιβαλούμεθα
περιβαλοῦσι(ν)
περιβαλῶ
περιβαλώμεθα
περιβαλών
περιβάλωνται
περιβεβιωκότες
περιβεβλημένη
περιβεβλημένοι
περιβεβλημένον
  • Parse:
    • Part: Perf Mid/Pass Acc Sing Masc
    • Part: Perf Mid/Pass Nom/Acc Sing Neut
  • Root: περιβάλλω
περιβεβλημένος
περιβεβλημένου
περιβεβλημένους
περιβεβλημένῳ
περιβεβλημένων
περιβιόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to survive (unharmed), remain alive
  • Forms:
    • περιβεβιωκότες Part: Perf Act Nom Plur Masc
περιβλεπομένη
περιβλέπονται
περιβλέπου
περίβλεπτος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: distinguished, respected, looked at from all sides, looked up by everyone, admired of all observers
περιβλέπω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to look about for (something)
    • to look around (inquisitively)
  • Forms:
    • περιβλέπονται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
    • περιβλεπομένη Part: Pres Mid/Pass Nom Sing Fem
    • περιβλέπου Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
    • περίβλεψαι Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
    • περιβλεψάμενοι Part: Aor Mid Nom Plur Masc
    • περιβλεψάμενος Part: Aor Mid Nom Sing Masc
    • περιβλέψαντες Part: Aor Act Nom Plur Masc
    • περιβλέψεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
    • περιβλέψῃς Verb: 1Aor Act Subj 2nd Sing
    • περιβλέψῃ Verb: 1Aor Act Subj 3rd Sing
    • περιεβλέπετο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • περιεβλέψατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
περίβλεψαι
περιβλεψάμενοι
περιβλεψάμενος
περιβλέψαντες
περιβλέψεται
περιβλέψῃ
περιβλέψῃς
περιβληθέντες
περίβλημα
περιβόητον
περιβόητος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • well known, famous, celebrated
    • noised abroad, much talked of
  • Cognates: βοητός, διαβόητος, περιβόητος
  • Forms:
    • περιβόητον Adj: Nom/Acc Sing Neut
    • περιβοήτου Adj: Gen Sing Neut
περιβοήτου
περιβόλαια
περιβόλαιον
Neuter
 SingularPlural
NOMπεριβόλαιονπεριβόλαια
GENπεριβολαίουπεριβολαίων
DATπεριβολαίῳπεριβολαίοις
ACCπεριβόλαιονπεριβόλαια
περιβολαίου
περιβολαίων
περιβολή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • wrap-around garment, cloak, covering, robe
    • quality garment
    • act of wearing
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπεριβολήπεριβολαί
GENπεριβολῆςπεριβολῶν
DATπεριβολῇπεριβολαῖς
ACCπεριβολήνπεριβολάς
VOCπεριβολήπεριβολαί
περιβολῇ
περιβολήν
περιβόλοις
περίβολον
περίβολος
Masculine
 SingularPlural
NOMπερίβολοςπερίβολοι
GENπεριβόλουπεριβόλων
DATπεριβόλῳπεριβόλοις
ACCπερίβολονπεριβόλους
VOCπερίβολεπερίβολοι
περιβόλου
περιβόλῳ
περιβόλων
περιβώμιος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: altar ornament
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMπεριβώμιοςπεριβώμιοι
GENπεριβωμίουπεριβωμίων
DATπεριβωμίῳπεριβωμίοις
ACCπεριβώμιονπεριβωμίους
VOCπεριβώμιεπεριβώμιοι