ἱμᾶντα
ἱμάντες
ἱμάντι
ἱμάντωσις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • beam, piece of timber used instead of a bond-stone
    • a strap, thong (of leather)
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἱμάντωσιςἱμαντώσεις
GENἱμαντώσεωςἱμαντώσεων
DATἱμαντώσειἱμαντώσεσι(ν)
ACCἱμάντωσι(ν)ἱμαντώσεις
ἱμάς
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: a leather strap, latches, shoelace, thong, i.e., the tie (of a sandal) or the lash (of a scourge)
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMἱμάςἱμάντες
GENἱμάντοςἱμάντων
DATἱμάντιἱμᾶσι(ν)
ACCἱμᾶνταἱμάντας
VOCἱμάνἱμάντες
ἱμᾶσι
ἱμᾶσιν
ἱμάτια
ἱματίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to dress, clothe
  • Forms:
    • ἱματισμένον Verb: Perf Pass Part Acc Sing Masc
ἱματίοις
ἱμάτιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: garment, apparel, cloak, clothes, clothing, raiment, robe, vesture
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMἱμάτιονἱμάτια
GENἱματίουἱματίων
DATἱματίῳἱματίοις
ACCἱμάτιονἱμάτια
ἱματίου
ἱματιοφύλακος
ἱματιοφύλαξ
ἱματισμένον
ἱματισμόν
ἱματισμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: clothing, apparel, array, raiment, vesture
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMἱματισμόςἱματισμοί
GENἱματισμοῦἱματισμῶν
DATἱματισμῷἱματισμοῖς
ACCἱματισμόνἱματισμούς
VOCἱματισμέἱματισμοί
ἱματισμοῦ
ἱματισμῷ
ἱματίῳ
ἱματίων
ἱμείρομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Meaning: to be affectionately desirous
  • Forms:
    • ἱμειρόμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
    • ἱμείρονται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
ἱμειρόμενοι
ἱμείρονται