μέγα
μεγάλα
μεγάλαι
μεγάλαις
μεγάλας
μεγαλαυχεῖ
μεγαλαυχεῖν
μεγαλαυχέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to boast, brag, become proud, be arrogant, be egotistical
  • Cognates: αὐχέω
  • Forms:
    • ἐμεγαλαύχησε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ἐμεγαλαύχουν Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • ἐμεγαλαύχουν Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
    • μεγαλαυχεῖ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • μεγαλαυχεῖν Verb: Pres Act Infin
    • μεγαλαυχῆσαι Verb: Aor Act Infin
μεγαλαυχῆσαι
μεγαλαυχία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: great boasting, boastfulness, arrogance
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMμεγαλαυχίαμεγαλαυχίαι
GENμεγαλαυχίαςμεγαλαυχιῶν
DATμεγαλαυχίᾳμεγαλαυχίαις
ACCμεγαλαυχίανμεγαλαυχίας
VOCμεγαλαυχίαμεγαλαυχίαι
μεγαλαυχίας
μεγαλεῖα
μεγαλεῖον
μεγαλεῖος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • Adjectival: magnificent, splendid, grand, greatness
    • Substantival: mighty deed, great thing, wondrous work
  • Forms:
    • μεγαλεῖα Adj: Nom/Acc Plur Neut
    • μεγαλεῖον Adj: Acc Sing Masc
    • μεγαλείῳ Adj: Dat Sing Neut
    • μεγαλείων Adj: Gen Plur MFN
μεγαλειότης
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • magnificence, majesty, mighty power, grandeur, sublimity
    • bounty, generous provision
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMμεγαλειότηςμεγαλειότητες
GENμεγαλειότητοςμεγαλειοτήτων
DATμεγαλειότητιμεγαλειότησιν
ACCμεγαλειότηταμεγαλειότητας
μεγαλειότητα
μεγαλειότητι
μεγαλειότητος
μεγαλείῳ
μεγαλείων
μεγάλη
μεγάλῃ
μεγάλην
μεγάλης
μεγαλόδοξος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: greatly glorious, of great fame
μεγαλοδόξως
μεγάλοι
μεγάλοις
μεγαλοκράτωρ
  • Parse: Noun: Nom/Voc Sing Masc
  • Meaning: mighty in power, majestic ruler
μεγαλομερής
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: magnificent, glorious
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMμεγαλομερήςμεγαλομερές
GENμεγαλομεροῦς
DATμεγαλομερεῖ
ACCμεγαλομερῆμεγαλομερές
Plural
 MascFemNeut
NOMμεγαλομερεῖςμεγαλομερῆ
GENμεγαλομερῶν
DATμεγαλομερέσι(ν)
ACCμεγαλομερεῖςμεγαλομερῆ
μεγαλομεροῦς
μεγαλομερῶς
  • Parse: Adverb
  • Meaning: magnificently, grandly in style
μεγαλομοιρία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: magnificence
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMμεγαλομοιρίαμεγαλομοιρίαι
GENμεγαλομοιρίαςμεγαλομοιριῶν
DATμεγαλομοιρίᾳμεγαλομοιρίαις
ACCμεγαλομοιρίανμεγαλομοιρίας
VOCμεγαλομοιρίαμεγαλομοιρίαι
μεγαλομοιρίᾳ
μεγαλοπρεπεῖ
μεγαλοπρέπεια
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: majesty, sublimity (of God), magnificence
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMμεγαλοπρέπειαμεγαλοπρέπειαι
GENμεγαλοπρεπείαςμεγαλοπρεπειῶν
DATμεγαλοπρεπείᾳμεγαλοπρεπείαις
ACCμεγαλοπρέπειανμεγαλοπρεπείας
μεγαλοπρεπείᾳ
μεγαλοπρέπειαν
μεγαλοπρεπείας
μεγαλοπρεπές
μεγαλοπρεπέσι
μεγαλοπρεπεστάτην
μεγαλοπρεπέστατος
  • Parse: Superlative Adj: Nom Sing Masc
  • Note: Superlative of μεγαλοπρεπής
  • Meaning: most magnificent, most majestic
μεγαλοπρεπῆ
μεγαλοπρεπής
Singular
 MascFemNeut
NOMμεγαλοπρεπήςμεγαλοπρεπές
GENμεγαλοπρεποῦς
DATμεγαλοπρεπεῖ
ACCμεγαλοπρεπῆμεγαλοπρεπές
Plural
 MascFemNeut
NOMμεγαλοπρεπεῖςμεγαλοπρεπῆ
GENμεγαλοπρεπῶν
DATμεγαλοπρεπέσι(ν)
ACCμεγαλοπρεπεῖςμεγαλοπρεπῆ
μεγαλοπρεποῦς
μεγαλοπρεπῶς
  • Parse: Adverb
  • Meaning: magnificently, honourably
μεγαλοπτέρυγος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: with great wings
μεγαλορήμονα
μεγαλοῤῥήμονα
μεγαλορημονέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to boast, be a boaster
    • to use great words, talk boastfully
μεγαλορημοσύνας
μεγαλορημοσύνη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: boastful talking, high-sounding words, big talking, boasting
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMμεγαλορημοσύνημεγαλορημοσύναι
GENμεγαλορημοσύνηςμεγαλορημοσυνῶν
DATμεγαλορημοσύνῃμεγαλορημοσύναις
ACCμεγαλορημοσύνηνμεγαλορημοσύνας
VOCμεγαλορημοσύνημεγαλορημοσύναι
μεγαλορήμων
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: boastful, boasting, talking big
  • Forms:
    • μεγαλορήμονα Adj: Acc Sing Fem
μεγαλορρημονέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to use great words, boast, brag
  • Forms:
    • ἐμεγαλορημόνησε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ἐμεγαλορρημόνησαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
    • ἐμεγαλορρημόνησας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • ἐμεγαλορρημόνησε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • μεγαλορρημονήσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • μεγαλορρημονοῦντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
    • μεγαλοῤῥημονοῦντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
μεγαλορρημονήσῃς
μεγαλορρήμονι
μεγαλορρημονοῦντες
μεγαλορρημοσύνη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: boastful talking, high-sounding words, bragging
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMμεγαλορρημοσύνημεγαλορρημοσύναι
GENμεγαλορρημοσύνηςμεγαλορρημοσύνῶν
DATμεγαλορρημοσύνῃμεγαλορρημοσύναις
ACCμεγαλορρημοσύνηνμεγαλορρημοσύνας
VOCμεγαλορρημοσύνημεγαλορρημοσύναι
μεγαλορρήμων
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: boastful
  • Forms:
    • μεγαλορρήμονι Adj: Dat Sing Fem
μεγαλόσαρκος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning:
    • great of flesh, very fat
    • with a great member, having a long phallus
  • Forms:
    • μεγαλοσάρκους Adj: Acc Plur Masc
μεγαλοσάρκους
μεγαλοσθενής
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: of great strength
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMμεγαλοσθενήςμεγαλοσθενές
GENμεγαλοσθενοῦς
DATμεγαλοσθενεῖ
ACCμεγαλοσθενῆμεγαλοσθενές
Plural
 MascFemNeut
NOMμεγαλοσθενεῖςμεγαλοσθενῆ
GENμεγαλοσθενῶν
DATμεγαλοσθενέσι(ν)
ACCμεγαλοσθενεῖςμεγαλοσθενῆ
μεγαλοσθενοῦς
μεγαλοσύνη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: highness
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMμεγαλοσύνημεγαλοσύναι
GENμεγαλοσύνηςμεγαλοσυνῶν
DATμεγαλοσύνῃμεγαλοσύναις
ACCμεγαλοσύνηνμεγαλοσύνας
VOCμεγαλοσύνημεγαλοσύναι
μεγαλοσύνην
μεγάλου
μεγάλους
μεγαλοφρονέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to be high-minded, be confident, be courageous
  • Forms:
    • μεγαλοφρονοῦντα Part: Pres Act Acc Sing Masc
μεγαλοφρονοῦντα
μεγαλόφρων
μεγαλόφωνος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: speaking loudly
μεγαλοψυχία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • greatness of soul, highmindedness, lordliness
    • Negative: arrogance
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMμεγαλοψυχίαμεγαλοψυχίαι
GENμεγαλοψυχίαςμεγαλοψυχιῶν
DATμεγαλοψυχίᾳμεγαλοψυχίαις
ACCμεγαλοψυχίανμεγαλοψυχίας
VOCμεγαλοψυχίαμεγαλοψυχίαι
μεγαλοψυχίᾳ
μεγαλοψυχίας
μεγαλόψυχοι
μεγαλόψυχος
μεγαλοψύχως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: magnanimously, generously
μεγαλύναι
μεγαλῦναι
μεγαλύνας
μεγαλύνατε
μεγαλύνει
μεγαλυνεῖ
μεγαλύνεσθε
  • Parse:
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Plur
    • Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Plur
  • Root: μεγαλύνω
μεγαλύνῃ
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
    • Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • Root: μεγαλύνω
μεγαλύνηται
  • Parse:
    • Verb: Pres Mid/Pass Subj 3rd Sing
    • Verb: Aor Mid Subj 3rd Sing
  • Root: μεγαλύνω
μεγαλυνθείη
  • Parse:
    • Verb: Aor Pass Opt 3rd Sing
    • Part: Aor Pass Nom Sing Fem
  • Root: μεγαλύνω
μεγαλυνθείης
μεγαλυνθέν
μεγαλυνθῆναι
μεγαλυνθήσεται
μεγαλυνθήσομαι
μεγαλυνθησόμεθα
μεγαλυνθήσονται
μεγαλυνθήτω
μεγαλυνόμενος
μεγαλύνονται
μεγαλυνόντων
μεγαλυνοῦμεν
μεγαλυνοῦσι(ν)
μεγαλύνουσι(ν)
μεγαλύνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to enlarge, increase, make great
      • to increase the intensity of an activity
      • to declare great
      • to consider great
      • to make great, extol, magnify
      • to exalt, glorify, praise
    • Middle:
      • to boast against
      • to consider oneself great, boast
      • to gain eminence
      • to be acknowledged as eminent
      • to be great, become great
    • Passive:
      • to become powerful
      • to grow, increase
      • to be made great, magnified
      • to be precious
  • Forms:
Present Verbs
  • μεγαλύνει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • μεγαλύνεσθε Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Plur
  • μεγαλύνονται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
  • μεγαλύνουσι Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • μεγαλύνουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
Present Participles
  • μεγαλυνόμενος Part: Pres Mid/Pass Nom Sing Masc
  • μεγαλυνόντων Part: Pres Act Gen Plur Masc
  • μεγαλύνων Part: Pres Act Nom Sing Masc
Imperfect
  • ἐμεγαλύνετο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • ἐμεγαλύνοντο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Plur
Future
  • μεγαλυνοῦμεν Verb: Fut Act Ind 1st Plur
  • μεγαλυνεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • μεγαλυνθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
  • μεγαλυνθήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
  • μεγαλυνθήσομαι Verb: Fut Pass Ind 1st Sing
  • μεγαλυνθησόμεθα Verb: Fut Pass Ind 1st Plur
  • μεγαλυνῶ Verb: Fut Act Ind 1st Sing
Aorist Verbs
  • ἐμεγάλυνα Verb: 1Aor Act Ind 1st Sing
  • ἐμεγάλυνας Verb: 1Aor Act Ind 2nd Sing
  • ἐμεγάλυνε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • ἐμεγαλύνθη Verb: 1Aor Pass Ind 3rd Sing
  • ἐμεγαλύνθην Verb: Aor Pass Ind 1st Sing
  • ἐμεγαλύνθης Verb: Aor Pass Ind 2nd Sing
  • ἐμεγαλύνθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
  • μεγαλῦναι Verb: Aor Act Infin
  • μεγαλύνατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • μεγαλύνῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • μεγαλύνηται Verb: Aor Mid Subj 3rd Sing
  • μεγαλυνθείης Verb: Aor Pass Opt 2nd Sing
  • μεγαλύνωμεν Verb: Aor Act Subj 1st Plur
  • μεγαλυνθῆναι Verb: Aor Pass Infin
  • μεγαλυνθήτω Verb: Aor Pass Imperative 3rd Sing
  • μεγαλυνθείη Verb: Aor Pass Opt 3rd Sing
Aorist Participles
  • μεγαλύνας Part: Aor Act Nom Sing Masc
  • μεγαλυνθείη Part: Aor Pass Nom Sing Fem
  • μεγαλυνθέν Part: Aor Pass Nom/Acc Sing Neut
Perfect
  • μεμεγάλυνται Verb: Perf Mid/Pass Ind 3rd Plur
μεγαλυνῶ
μεγαλύνωμεν
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Subj 1st Plur
    • Verb: Aor Act Subj 1st Plur
  • Root: μεγαλύνω
μεγαλύνων
μεγάλῳ
μεγάλωμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • might
    • pre-eminence, greatness in importance
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMμεγάλωμαμεγαλώματα
GENμεγαλώματοςμεγαλωμάτων
DATμεγαλώματιμεγαλώμασι(ν)
ACCμεγάλωμαμεγαλώματα
μεγαλώματος
μεγάλων
μεγαλώνυμος
μεγάλως
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • greatly, very much, largely
    • major

      ὃς ἐὰν μεγάλως εὔξηται
      whoever makes a major vow (Num 6:2)

μεγαλωστί
  • Parse: Adverb
  • Meaning: loudly, very much, exceedingly, far and wide, over a vast space
μεγαλωσύνη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: majesty, greatness, i.e., (figuratively) divinity (often God himself)
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMμεγαλωσύνημεγαλωσύναι
GENμεγαλωσύνηςμεγαλωσυνῶν
DATμεγαλωσύνῃμεγαλωσύναις
ACCμεγαλωσύνηνμεγαλωσύνας
VOCμεγαλωσύνημεγαλωσύναι
μεγαλωσύνῃ
μεγαλωσύνην
μεγαλωσύνης
μέγαν
  • Parse:
    • Adj: Nom Sing Neut
    • Adj: Acc Sing Masc/Neut
  • Root: μέγας
μέγας
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Note: For comparative, see μειζότερος
  • Meaning:
    • great in size, big, large
    • great in intensity, great in degree, loud
    • great in importance, high-ranking
    • great in consequences
    • grave in seriousness
    • mature, great in age, older

      ἕως μέγας γένηται Σηλὼμ
      until Shelah becomes mature (Gen 38:11)

    • high, mighty, very, strong
  • Note: For comparative see μείζων
  • Note: For superlative see μέγιστος
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMμέγαςμεγάλημέγα
GENμεγάλουμεγάληςμεγάλου
DATμεγάλῳμεγάλῃμεγάλῳ
ACCμέγανμεγάληνμέγα
Plural
 MascFemNeut
NOMμεγάλοιμεγάλαιμεγάλα
GENμεγάλων
DATμεγάλοιςμεγάλαιςμεγάλοις
ACCμεγάλουςμεγάλαςμεγάλα
μεγέθει
μέγεθος
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • large size
    • greatness, magnitude
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMμέγεθοςμέγεθη
GENμεγέθουςμεγεθῶν
DATμεγέθειμέγεθεσι(ν)
ACCμέγεθοςμέγεθη
μεγέθους
μέγιστα
μέγισται
μεγίσταις
μεγιστάν
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: a great man, a nobleman, a grandee, magnate, courtier
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMμεγιστάνμεγιστᾶνες
GENμεγιστᾶνοςμεγιστάνων
DATμεγιστᾶνιμεγιστᾶσι
ACCμεγιστᾶναμεγιστᾶνας
μεγιστᾶνας
μεγιστᾶνες
  • Parse: Noun: Nom Plur Masc
  • Meaning: great men, lords, grandees
  • Forms:
    • μεγιστᾶσιν Noun: Dat Plur Masc
μεγιστᾶνι
μεγιστάνων
μεγίστας
μεγιστᾶσι(ν)
μέγιστε
μεγίστη
μεγίστῃ
μεγίστην
μεγίστης
μέγιστοι
μεγίστοις
μέγιστον
  • Parse:
    • Superlative Adj: Nom Sing Neut
    • Superlative Adj: Acc Sing Masc/Neut
  • Root: μέγιστος
μέγιστος
  • Parse: Superlative Adj: Nom Sing Masc
  • Note: Superlative of μέγας
  • Note: For comparative see μείζων
μεγίστου
μεγίστους
μεγίστῳ
μεγίστων