νύκτα
  • Parse: Noun: Acc Sing Fem
  • Root: νύξ
νύκτας
  • Parse: Noun: Acc Plur Fem
  • Root: νύξ
νυκτερεύω
νυκτερίδα
νυκτερίδες
νυκτερινάς
νυκτερινή
νυκτερινῇ
νυκτερινόν
νυκτερινός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: by night, nightly, nocturnal
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMνυκτερινόςνυκτερινήνυκτερινόν
GENνυκτερινοῦνυκτερινῆςνυκτερινοῦ
DATνυκτερινῷνυκτερινῇνυκτερινῷ
ACCνυκτερινόννυκτερινήννυκτερινόν
Plural
 MascFemNeut
NOMνυκτερινοίνυκτεριναίνυκτερινά
GENνυκτερινῶννυκτερινῶννυκτερινῶν
DATνυκτερινοῖςνυκτεριναῖςνυκτερινοῖς
ACCνυκτερινούςνυκτερινάςνυκτερινά
νυκτερινοῦ
νυκτερίς
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: a bat, Chiroptera
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMνυκτερίςνυκτερίδες
GENνυκτερίδοςνυκτερίδων
DATνυκτερίδινυκτερίσι(ν)
ACCνυκτερίδανυκτερίδας
VOCνυκτερίνυκτερίδες
νυκτερίσιν
νύκτες
  • Parse: Noun: Nom Plur Fem
  • Root: νύξ
νυκτί
  • Parse: Noun: Dat Sing Fem
  • Root: νύξ
νυκτικόρακα
νυκτικόραξ
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: the night-raven, owl
  • Forms:
    • νυκτικόρακα Noun: Acc Sing Masc
νυκτός
  • Parse: Noun: Gen Sing Fem
  • Root: νύξ
νυκτῶν
  • Parse: Noun: Gen Plur Fem
  • Root: νύξ
νύκτωρ
  • Parse: Adverb
  • Meaning: by night
νυμφαγωγός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • one who leads the bride to the groom's house
    • groom's best man, groomsman
    • best friend, closest friend
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMνυμφαγωγόςνυμφαγωγοί
GENνυμφαγωγοῦνυμφαγωγῶν
DATνυμφαγωγῷνυμφαγωγοῖς
ACCνυμφαγωγόννυμφαγωγούς
VOCνυμφαγωγένυμφαγωγοί
νυμφαγωγῷ
νύμφαι
νύμφαις
νύμφας
νυμφεύσεως
νύμφευσις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: wedding, bridal, marriage
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMνύμφευσιςνυμφεύσεις
GENνυμφεύσεωςνυμφεύσεων
DATνυμφεύσεινυμφεύσεσι(ν)
ACCνύμφευσι(ν)νυμφεύσεις
νύμφη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • bride, a young married woman, newly married wife
    • daughter-in-law, a son's wife
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMνύμφηνύμφαι
GENνύμφηςνυμφῶν
DATνύμφῃνύμφαις
ACCνύμφηννύμφας
VOCνύμφηνύμφαι
νύμφῃ
νύμφην
νύμφης
νυμφίον
νυμφίος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • bridegroom, newly married husband
    • son-in-law
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMνυμφίοςνυμφίοι
GENνυμφίουνυμφίων
DATνυμφίῳνυμφίοις
ACCνυμφίοννυμφίους
VOCνυμφίενυμφίοι
νυμφίου
νυμφίῳ
νυμφών
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: bride chamber, the bridal room
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMνυμφώννυμφῶνες
GENνυμφῶνοςνυμφώνων
DATνυμφῶνινυμφῶσι(ν)
ACCνυμφῶνανυμφῶνας
VOCνυμφώννυμφῶνες
νυμφῶνα
νυμφῶνι
νυμφῶνος
νυμφῶσιν
νῦν
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • now, at the present time
    • henceforth, hereafter, of late, soon, present, this (time)
    • καὶ νῦν = and now (indicates a new phase or turn in the discourse)
    • νῦν οὖν = now then (introduces a proposal as a result of what has just happened)
νυνί
  • Parse: Adverb
  • Meaning: now, just now
νύξ
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • night, midnight
    • moral darkness, ignorance
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMνύξνύκτες
GENνυκτόςνυκτῶν
DATνυκτίνυξί(ν)
ACCνύκτανύκτας
νυξί
  • Parse: Noun: Dat Plur Fem
  • Root: νύξ
νυξίν
  • Parse: Noun: Dat Plur Fem
  • Root: νύξ
νύσσω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to prick, stab, pierce, nudge
  • Cognates: κατανύσσω, νύσσω, ὑπονύσσω
  • Forms:
    • ἔνυξε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ἔνυξεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • νύσσων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
νύσσων
  • Parse: Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
  • Root: νύσσω
νύσταγμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: nap, short sleep, slumber
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMνύσταγμανυστάγματα
GENνυστάγματοςνυσταγμάτων
DATνυστάγματινυστάγμασι(ν)
ACCνύσταγμανυστάγματα
νυσταγμάτων
νυσταγμόν
νυσταγμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • short time of sleep, light sleep
    • drowsiness, dozing, slumber
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMνυσταγμόςνυσταγμοί
GENνυσταγμοῦνυσταγμῶν
DATνυσταγμῷνυσταγμοῖς
ACCνυσταγμόννυσταγμούς
VOCνυσταγμένυσταγμοί
νυστάζει
νυστάζεις
νυστάζοντας
νυστάζοντι
νυστάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to slumber, become drowsy, be sleepy, be idle, be almost asleep, doze
  • Cognates: ἐπινυστάζω
  • Forms:
    • ἐνύσταξαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • ἐνύσταξεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • νυστάζει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • νυστάζεις Verb: Pres Act Ind 2nd Sing
    • νυστάζοντας Verb: Pres Act Part Acc Plur Masc
    • νυστάζοντι Verb: Pres Act Part Dat Sing Masc
    • νυστάξαι Verb: Aor Act Infin
    • νυστάξει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • νυστάξῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • νυστάξουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
νυστάξαι
νυστάξει
νυστάξῃ
νυστάξουσιν
νυχθήμερον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: night and day; a day-and-night, i.e., full day of twenty-four hours