γνάθον
γνάθος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: jaw
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMγνάθοςγνάθοι
GENγνάθουγνάθων
DATγνάθῳγνάθοις
ACCγνάθονγνάθους
VOCγνάθεγνάθοι
γνάθῳ
γναφεύς
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • fuller, bleacher (someone who cleans wool cloth)
    • a cloth-dresser
    • tailor
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMγναφεύςγναφεῖς
GENγναφέωςγναφέων
DATγναφεῖγναφεῦσι(ν)
ACCγναφέαγναφέας
γναφέως
γνησίαν
  • Parse:
    • Adj: Acc Sing Fem
    • Adj: Gen Plur Masc/Fem
  • Root: γνήσιος
γνησίας
γνήσιε
γνήσιον
γνήσιος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • literal: legitimate, born in wedlock
    • figurative: a true child (of the faith)
    • genuine (e.g., genuine documents, genuine love)
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMγνήσιοςγνησίαγνήσιον
GENγνησίουγνησίαςγνησίου
DATγνησίῳγνησίᾳγνησίῳ
ACCγνήσιονγνησίανγνήσιον
VOCγνήσιεγνησίαγνήσιον
Plural
 MascFemNeut
NOMγνήσιοιγνήσιαιγνήσια
GENγνησίων
DATγνησίοιςγνησίαιςγνησίοις
ACCγνησίουςγνησίαςγνήσια
  • Comparatives & Superlatives
  • γνησιώτερον
    • Adj: Nom/Acc Sing Neut comp
    • Adj: Acc Sing Masc comp
γνησίῳ
γνησίως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: genuinely, sincerely, really, truly, in sincerity
γνησιώτερον
  • Parse:
    • Adj: Nom/Acc Sing Neut comp
    • Adj: Acc Sing Masc comp
  • Root: γνήσιος
γνοῖ
γνοίη
γνοίην
γνόντα
γνόντες
γνούς
γνοφεράν
γνοφερός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: dark, gloominess
  • Forms:
    • γνοφεράν Adj: Acc Sing Fem
γνόφον
γνόφος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: darkness, blackness; gloom (as of a storm)
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMγνόφοςγνόφοι
GENγνόφουγνόφων
DATγνόφῳγνόφοις
ACCγνόφονγνόφους
VOCγνόφεγνόφοι
γνόφου
γνοφόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to darken, bring gloom, make dark for someone
  • Forms:
    • ἐγνόφωσεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
γνόφῳ
γνοφώδης
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: pitch dark, gloomy
γνῶ
γνῷ
γνῴην
γνώθι
γνῶμαι
γνῶμεν
γνώμη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • purpose, intention, mind, will
    • an action plan
    • opinion, judgment
    • something determined to be the best or most desirable
    • decision, declaration, decree
    • previous knowledge
    • consent, approval
  • Cognates: γνώμη, συγγνώμη
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMγνώμηγνῶμαι
GENγνώμηςγνωμῶν
DATγνώμῃγνώμαις
ACCγνώμηνγνώμας
VOCγνώμηγνῶμαι
γνώμῃ
γνώμην
γνώμης
γνωμοσύνη
Feminine
 SingularPlural
NOMγνωμοσύνηγνωμοσύναι
GENγνωμοσύνηςγνωμοσυνῶν
DATγνωμοσύνῃγνωμοσύναις
ACCγνωμοσύνηνγνωμοσύνας
VOCγνωμοσύνηγνωμοσύναι
γνῶναι
γνωριεῖς
γνωριεῖτε
γνώριζε
γνωριζέσθω
γνωρίζεται
γνωρίζηται
γνωρίζομεν
γνωριζόμενοι
γνωρίζοντες
γνωρίζω
  • Present
  • γνώριζε Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
  • γνωριζέσθω Verb: Pres Mid/Pass Imperative 3rd Sing
  • γνωρίζεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • γνωρίζηται Verb: Pres Mid/Pass Subj 3rd Sing
  • γνωρίζομεν Verb: Pres Act Ind 1st Plur
  • γνωριζόμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
  • γνωρίζοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
  • γνωρίζων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
  • Imperfect
  • ἐγνωρίζετο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • ἐγνωρίζοντο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Plur
  • Future
  • γνωρισθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
  • γνωριεῖς Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
  • γνωριεῖτε Verb: Fut Act Ind 2nd Plur
  • γνωρίσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
  • γνωριοῦμεν Verb: Fut Act Ind 1st Plur
  • γνωριοῦσι Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
  • γνωριοῦσιν Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
  • γνωρίσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • γνωρίσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd. Plur
  • γνωριῶ Verb: Fut Act Ind 1st Sing
  • Aorist
  • γνωρίσαι Verb: Aor Act Infin
  • γνωρίσας Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
  • γνωρίσατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • γνωρίσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • γνωρίσητε Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
  • γνωρισθέντος Verb: Aor Pass Part Gen Sing Neut
  • γνωρισθῇ Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
  • γνωρισθῇς Verb: Aor Pass Subj 2nd Sing
  • γνώρισον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • γνωρίσωσι(ν) Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
  • ἐγνώρισα Verb: 1Aor Act Ind 1st Sing
  • ἐγνωρίσαμεν Verb: Aor Act Ind 1st Plur
  • ἐγνώρισαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
  • ἐγνώρισας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
  • ἐγνώρισε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • ἐγνώρισεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • ἐγνωρίσθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
  • ἐγνωρίσθην Verb: Aor Pass Ind 1st Sing
  • Perfect
  • ἐγνώρισται Verb: Perf Mid/Pass Ind 3rd Sing
γνωρίζων
γνώριμοι
γνώριμον
γνώριμος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • Adjectival:
      • acquainted with, well known, intimate
    • Substantival:
      • friend, acquaintance
  • Forms:
    • γνώριμοι Adj: Nom Plur Masc
    • γνώριμον Adj: Acc Sing Fem
    • γνωρίμων Adj: Gen Plur Masc
γνωρίμων
γνωριοῦμεν
γνωριοῦσι
γνωριοῦσιν
γνωρίσαι
γνωρίσας
γνωρίσατε
γνωρίσει
γνωρίσῃ
γνωρίσητε
γνωρισθέντος
γνωρισθῇ
γνωρισθῇς
γνωρισθήσεται
γνώρισον
γνωρίσουσι
γνωρίσουσιν
γνωριστάς
γνωριστής
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: acquaintance
  • Forms:
    • γνωριστάς Noun: Acc Plur Masc
γνωρίσω
γνωρίσωσιν
γνωριῶ
γνῷς
γνώσει
γνώσεις
γνώσεις
γνώσεσθε
γνώσεται
γνώσεων
γνώσεως
γνώσῃ
γνωσθέντες
γνωσθῇ
γνωσθῆναι
γνωσθήσεται
γνωσθήσῃ
γνωσθήσομαι
γνωσθήσονται
γνώσθητι
γνωσθήτω
γνωσθῶ
γνῶσι
γνῶσιν
γνῶσις
γνώσομαι
γνωσόμεθα
γνώσονται
γνωστά
γνωσταί
γνώστας
γνωστέ
γνωστέον
γνωστέος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: one must know, must realize
  • Forms:
    • γνωστέον Adj: Nom Sing Neut
γνωστή
γνώστην
γνώστης
Masculine
 SingularPlural
NOMγνώστηςγνώσται
GENγνώστουγνωστῶν
DATγνώστῃγνώσταις
ACCγνώστηνγνώστας
γνωστοί
γνωστοῖς
γνωστόν
  • Parse:
    • Adj: Nom Sing Neut
    • Adj: Acc Sing Masc/Neut
  • Root: γνωστός
γνωστός
Singular
 MascFemNeut
NOMγνωστόςγνωστήγνωστόν
GENγνωστοῦγνωστῆςγνωστοῦ
DATγνωστῷγνωστῇγνωστῷ
ACCγνωστόνγνωστήνγνωστόν
VOCγνωστέγνωστήγνωστόν
Plural
 MascFemNeut
NOMγνωστοίγνωσταίγνωστά
GENγνωστῶνγνωστῶνγνωστῶν
DATγνωστοῖςγνωσταῖςγνωστοῖς
ACCγνωστούςγνωστάςγνωστά
γνωστούς
γνωστῶς
  • Parse: Adverb
  • Meaning: clearly, evidently, knowable, with full knowledge
γνῶτε
  • Parse:
    • Verb: 2Aor Act Subj 2nd Plur
    • Verb: 2Aor Act Imperative 2nd Plur
  • Root: γινώσκω
γνώτω
γνώτωσαν