τρῆμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: opening, hole, eye of needle
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMτρῆματράματα
GENτρήματοςτραμάτων
DATτράματιτράμασι(ν)
ACCτρῆματράματα
τρήματος
τρήσει