τενόντων
τένων
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: muscles, sinew, tendon
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMτένωντένοντες
GENτένοντοςτενόντων
DATτένοντιτένουσι(ν)
ACCτένοντατένοντας
VOCτένοντένοντες