συνεργεῖ
συνεργέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to be a co-worker
    • to co-operate, team-working
    • to work together with
    • to assist
  • Cognates: ἀγαθοεργέω, ἐνεργέω, ἐργέω
  • Forms:
    • συνεργήσασαν Verb: Aor Act Part Acc Sing Fem
    • συνεργεῖ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • συνεργοῦντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • συνεργοῦντι Verb: Pres Act Part Dat Sing Masc
    • συνεργοῦντος Verb: Pres Act Part Gen Sing Masc
    • συνήργει Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
συνεργήσασαν
συνεργοί
συνεργόν
συνεργός
συνεργοῦντες
συνεργοῦντι
συνεργοῦντος
συνεργούς
συνεργῷ
συνεργῶν
top
συνερίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to contend together with (someone), join in contending together, encounter
  • Forms:
    • συνερίσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
συνερίσαντες
συνέρχεσθαι
συνέρχεσθε
συνέρχεται
συνέρχησθε
συνέρχομαι
συνερχόμενοι
συνερχομένων
συνέρχονται