συνεπαθήσατε
συνέπαθον
  • Parse:
    • Verb: 2Aor Act Ind 1st Sing
    • Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
  • Root: συμπάσχω
συνεπακολουθέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to follow closely
    • to follow along
    • to accompany
  • Forms:
    • συνεπηκολούθησαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
    • συνεπηκολούθησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • συνεπηκολούθησε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
συνεπάτει
συνεπάτησαν
συνεπάτησε(ν)
συνεπέθεντο
συνέπεισαν
συνέπεισε(ν)
συνεπελθόντες
συνεπέμψαμεν
συνεπέρανας
συνεπέρχομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass 1st Sing
  • Meaning: to come together against, attack together
  • Forms:
    • συνεπελθόντες Part: Aor Act Nom Plur Masc
συνέπεσαν
συνέπεσε(ν)
συνεπεσκέπησαν
συνέπεσον
  • Parse:
    • Verb: 2Aor Act Ind 1st Sing
    • Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
  • Root: συμπίπτω
συνεπέστη
συνεπηκολούθησαν
συνεπηκολούθησε(ν)
συνεπιβάλλω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
  • Meaning: to apply one's mind also; to consider something together
συνέπιε(ν)
συνεπιθῇ
συνεπιθῶνται
συνεπιμαρτυρεῖ
συνεπιμαρτυρέω
συνεπιμαρτυροῦντες
συνεπιμαρτυροῦντος
συνεπιμαρτυρούσης
συνεπίομεν
συνεπισκέπτομαι
συνεπισκέπτω
συνεπισκέψῃ
συνεπίσκοπος
συνεπίσταμαι
συνεπισχύειν
συνεπίσχυσαν
συνεπισχύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to join in supporting, assist
    • to provide military reinforcements
  • Forms:
    • συνεπισχύειν Verb: Pres Act Infin
    • συνεπίσχυσαν Part: Aor Act Nom/Acc Sing Neut
συνεπιτιθέμενα
συνεπιτιθεμένων
συνεπιτίθημι
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to help in putting on
      • to impute
      • to put on even more
      • to put on (like putting on a garment)
    • Middle:
      • to join in attacking (Obadiah 13)
      • to lay (something) to the charge of (someone) (Num. 12:11)
  • Forms:
    • συνεπιθῇ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing (Num 12:11)
    • συνεπιθῶνται Verb: Aor Mid Subj 3rd Plur
    • συνεπιτιθέμενα Part: Pres Mid/Pass Nom/Acc Plur Neut
    • συνεπιτιθεμένων Part: Pres Mid/Pass Gen Plur Masc
συνεπλάκησαν
συνεπλέκετο
συνεπληροῦντο
συνέπνιγον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: συμπνίγω
συνέπνιξαν
συνεπόδισα
συνεπόδισας
συνεπόδισε(ν)
συνεποδίσθησαν
συνεπολέμει
συνεπολέμησε(ν)
συνεπολιτεύσατο
συνέπομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to travel with, accompany with (someone)
    • to follow
  • Cognates: ἕπομαι, συνέπομαι
  • Forms:
    • συνείπετο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • συνεπομένας Part: Pres Mid/Pass Acc Plur Fem
    • συνεπομένης Part: Pres Mid/Pass Gen Sing Fem
    • συνεπομένων Part: Pres Mid/Pass Gen Plur Masc
συνεπομένας
συνεπομένης
συνεπομένων
συνεπορεύετο
συνεπορεύθησαν
συνεπορεύοντο