πόκον
πόκος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: wool, fleece
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMπόκοςπόκοι
GENπόκουπόκων
DATπόκῳπόκοις
ACCπόκονπόκους
VOCπόκεπόκοι
πόκου
πόκῳ
πόκων