περισεσιαλωμένους
περισιαλόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to flatten around
    • Passive:
      • to be embroidered around the edges
      • to be set around with
  • Forms:
    • περισεσιαλωμένους Part: Perf Mid/Pass Acc Plur Masc
περισκελές
περισκελῆ
περισκελής
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning:
    • Adjectival
      • around the leg
      • very hard
      • obstinate, stubborn
      • hard, difficult
    • Substantival
      • trousers, drawers, pants, breeches, britches
      • two-legged undergarment (worn by priest)

        ποιήσεις αὐτοῖς περισκελῆ λινᾶ καλύψαι ἀσχημοσύνην χρωτὸς αὐτῶν
        you shall make linen trousers for them to hide the shame of their flesh (Ex 28:42/38)

  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMπερισκελήςπερισκελές
GENπερισκελοῦς
DATπερισκελεῖ
ACCπερισκελῆπερισκελές
Plural
 MascFemNeut
NOMπερισκελεῖςπερισκελῆ
GENπερισκελῶν
DATπερισκελέσι(ν)
ACCπερισκελεῖςπερισκελῆ
Scythian
Scythian hairstyle
περισκυθίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to scalp (an enemy) in the Scythian style
  • Cognates: ἀποσκυθίζω
  • Forms:
    • περισκυθίσαντας Part: Aor Act Acc Plur Masc (2Macc 7:4)
περισκυθίσαντας
περισπᾷ
περισπᾶσθαι
περισπασμόν
περισπασμός
Masculine
 SingularPlural
NOMπερισπασμόςπερισπασμοί
GENπερισπασμοῦπερισπασμῶν
DATπερισπασμῷπερισπασμοῖς
ACCπερισπασμόνπερισπασμούς
VOCπερισπασμέπερισπασμοί
περισπασμοῦ
περισπασμῷ
περισπάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to draw away
      • to shake (something) out of its place
      • to cause something to become loose from where it was tied
      • to cause someone to become released from a fixed position
      • to strip off
      • to divert, occupy
      • to occupy the mind of
    • Passive:
      • to be pulled or dragged away
      • to be distracted, become distracted
      • to be very busy, be overburdened
      • to be engaged
      • to be troubled
  • Cognates: ἀνασπάω, ἀποσπάω, διασπάω, εἰσσπάομαι, ἐκσπάω, ἐπισπάομαι, ἐπισπάω, κατασπάω, περισπάω, σπάω, συσπάω
  • Forms:
    • περισπώμενοι Part: Pres Mid/Pass Nom Plur Masc
    • περισπώμενος Part: Pres Mid/Pass Nom Sing Masc
    • περιέσπασε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • περιεσπᾶτο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • περισπᾷ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • περισπᾶσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
    • περισπωμένῳ Part: Pres Mid/Pass Dat Sing Masc
περισπόρια
περισπόριον
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: an area surrounding a town or city, surrounding land, suburbs
  • Forms:
    • περισπόρια Noun: Nom/Acc Plur Neut
περισπώμενοι
περισπώμενος
περισπωμένῳ
περισσά
περισσάδελφος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: having excessive number of brothers
περισσάς
περισσεία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • abundance, abundant, superfluity
    • advantage
    • surplus, i.e., superabundance
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπερισσείαπερισσεῖαι
GENπερισσείαςπερισσειῶν
DATπερισσείᾳπερισσείαις
ACCπερισσείανπερισσείας
VOCπερισσείαπερισσεῖαι
περισσείαν
περισσεύει
περισσεύειν
περισσεύετε
περισσευέτω
περισσεύῃ
περισσεύῃς
περισσεύητε
περισσευθήσεται
περίσσευμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • abundance, fullness
    • superfluity, going beyond the limit
    • "Enough is enough and too much is also," E. A. Phillipps (1900-1993)
    • scraps, left-overs
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπερίσσευμαπερισσεύματα
GENπερισσεύματοςπερισσευμάτων
DATπερισσεύματιπερισσεύμασι(ν)
ACCπερίσσευμαπερισσεύματα
περισσεύματα
περισσεύματος
περισσεύομεν
περισσεῦον
περισσεύονται
περισσεύοντας
περισσεύοντες
περισσεύοντος
περισσεύουσα
περισσεύουσιν
περισσεῦσαι
περισσεῦσαν
περισσεύσαντα
περισσεύσαντες
περισσεύσῃ
περισσεύσῃς
περισσεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to be more than enough, be left over, be remaining
    • to abound, have more than enough
    • to be present in abundance, be in excess
    • to be extremely rich, be very abundant, overflow
    • to outdo, go to extremes
    • to grow
    • to have an abundance, abound, be rich
    • to be outstanding, be prominent, excel
    • to remain unused or unaffected by calamity
    • to cause to abound, make very rich
  • Forms:
Present
  • περισσευέτω Verb: Pres Act Imperative 3rd Sing
  • περισσεύῃς Verb: Pres Act Subj 2nd Sing
  • περισσεύει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • περισσεύειν Verb: Pres Act Infin
  • περισσεύετε Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
  • περισσεύῃ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • περισσεύητε Verb: Pres Act Subj 2nd Plur
  • περισσεύομεν Verb: Pres Act Ind 1st Plur
  • περισσεῦον Part: Pres Act Nom/Acc Sing Neut
  • περισσεύονται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
  • περισσεύοντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
  • περισσεύοντος Part: Pres Act Gen Sing Neut
  • περισσεύουσα Part: Pres Act Nom Sing Fem
  • περισσεύων Part: Pres Act Nom Sing Masc
  • περισσεύουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • περισσεύοντας Part: Pres Act Acc Plur Masc
Imperfect
  • ἐπερίσσευον
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
Future
  • περισσευθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
Aorist
  • περισσεύσαντες Part: Aor Act Nom Plur Masc
  • ἐπερίσσευσαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
  • περισσεῦσαι
    • Verb: Aor Act Infin
    • Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
  • περισσεῦσαν Part: Aor Act Nom/Acc Sing Neut
  • περισσεύσαντα Part: Aor Act Nom/Acc Plur Neut
  • περισσεύσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • περισσεύσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
  • ἐπερίσσευσε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • ἐπερίσσευσε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
Perfect
περισσεύων
περισσή
περισσοί
περισσοῖς
περισσόν
περισσός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • remaining, extra, extravagant
    • more than enough
    • extraordinary, remarkable
    • additional, rest
    • abundant, profuse, beyond necessary
    • superfluous, unnecessary, useless
  • Cognates: ἐκπερισσός, περισσός
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMπερισσόςπερισσήπερισσόν
περιττόν
GENπερισσοῦπερισσῆςπερισσοῦ
DATπερισσῷπερισσῇπερισσῷ
ACCπερισσόν
περιττόν
περισσήνπερισσόν
περιττόν
Plural
 MascFemNeut
NOMπερισσοίπερισσαίπερισσά
GENπερισσῶνπερισσῶνπερισσῶν
DATπερισσοῖςπερισσαῖςπερισσοῖς
ACCπερισσούςπερισσάςπερισσά
Comparatives & Superlatives
  • περισσότερα Adj: Nom/Acc Plur Neut; Nom Sing Fem
  • περισσοτέρᾳ Comparative Adj: Dat Sing Fem
  • περισσοτέραν Comparative Adj: Acc Sing Fem
  • περισσότερον
    • Comparative Adj: Acc Sing Masc/Neut
    • Comparative Adj: Nom Sing Neut
περισσοτέρα
περισσότερα
περισσοτέρᾳ
περισσοτέραν
περισσότερον
  • Parse:
    • Comparative Adj: Acc Sing Masc/Neut
    • Comparative Adj: Nom Sing Neut
  • Root: περισσός
περισσότερος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: greater, more
περισσοτέρως
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • more, greater
    • especially, all the more
περισσοῦ
περισσῶς
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • exceedingly, beyond measure, very
    • to an extensive degree
περισταλῇς
περιστάντες
περίστασιν
περίστασις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • difficult position, grave situation
    • installation situated around
    • crisis, calamity
    • a standing around, a crowd standing around
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπερίστασιςπεριστάσεις
GENπεριστάσεωςπεριστάσεων
DATπεριστάσειπεριστάσεσι(ν)
ACCπερίστασι(ν)περιστάσεις
περιστείλῃς
περίστειλον
περιστελεῖ
περιστέλλω
περιστερά
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: dove, pigeon
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπεριστεράπεριστεραί
GENπεριστερᾶς
περιστεράς
περιστερῶν
DATπεριστερᾷπεριστεραῖς
ACCπεριστεράνπεριστερᾶς
περιστεράς
περιστερᾷ
περιστεραί
περιστεράν
περιστεράς
περιστερᾶς
περιστερῶν
περιστήθιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: breastplate, breast band
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπεριστήθιονπεριστήθια
GENπεριστηθίουπεριστηθίων
DATπεριστηθίῳπεριστηθίοις
ACCπεριστήθιονπεριστήθια
περίστησον
περιστήσωσιν
περιστολή
Feminine
 SingularPlural
NOMπεριστολήπεριστολαί
GENπεριστολῆςπεριστολῶν
DATπεριστολῇπεριστολαῖς
ACCπεριστολήνπεριστολάς
VOCπεριστολήπεριστολαί
περιστολῇ
περιστολήν
περιστόμιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • around a mouth
    • collar (of a garment)
    • something that lies on the circumference of something else
    • edge (of a ravine), outlet, mouth (of a valley)
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπεριστόμιονπεριστόμια
GENπεριστομίουπεριστομίων
DATπεριστομίῳπεριστομίοις
ACCπεριστόμιονπεριστόμια
περιστομίου
περιστραφέντα
περιστραφήσεται
περιστρέφω
περιστροφή
Feminine
 SingularPlural
NOMπεριστροφήπεριστροφαί
GENπεριστροφῆςπεριστροφῶν
DATπεριστροφῇπεριστροφαῖς
ACCπεριστροφήνπεριστροφάς
VOCπεριστροφήπεριστροφαί
περιστροφῇ
περίστυλα
περιστύλοις
περίστυλον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • with pillars round the wall
    • surrounded with a colonnade, surrounded with pillars
    • peristyle
    • long row (of elephants)
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπερίστυλονπερίστυλα
GENπεριστύλουπεριστύλων
DATπεριστύλῳπεριστύλοις
ACCπερίστυλονπερίστυλα
περίστυλος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • Vertically:shaped as a pillar
    • Horizontally:shaped as a long row
περιστύλου
περιστύλῳ
περισύραντες
περισύρω
περισύρων
περισχίζοντος
περισχιζούσης
περισχίζω