περισεσιαλωμένους
περισιαλόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to flatten around
    • Passive:
      • to be embroidered about
      • to be set around with
  • Forms:
    • περισεσιαλωμένους Verb: Perf Mid Part Acc Plur Masc
περισκελές
περισκελῆ
περισκελής
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • around the leg
    • very hard
    • obstinate, stubborn
    • hard, difficult
  • Forms:
    • περισκελές Adj: Acc Sing Neut
    • περισκελῆ Adj: Acc Plur Neut
περισκυθίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to scalp (an enemy) in the Scythian style
  • Cognates: ἀποσκυθίζω
  • Forms:
    • περισκυθίσαντας Verb: Aor Act Part Acc Plur Masc (2Macc 7:4)
περισκυθίσαντας
περισπᾷ
περισπᾶσθαι
περισπασμόν
περισπασμός
top
περισπασμοῦ
περισπασμῷ
περισπάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to draw away
      • to shake (something) out of its place
      • to divert, occupy
      • to strip off
    • Passive:
      • to be pulled or dragged away
      • to be distracted, become distracted
      • to be very busy, be overburdened
      • to be engaged
      • to be troubled
  • Cognates: ἀνασπάω, ἀποσπάω, διασπάω, εἰσσπάομαι, ἐκσπάω, ἐπισπάομαι, ἐπισπάω, κατασπάω, περισπάω, σπάω, συσπάω
  • Forms:
    • περισπώμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
    • περισπώμενος Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc
    • περιέσπασεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • περιεσπᾶτο Verb: Imp pass Ind 3rd Sing
    • περισπᾷ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • περισπᾶσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
    • περισπωμένῳ Verb: Pres Mid/Pass Part Dat Sing Masc
περισπόρια
  • Parse: Noun: Nom/Acc Plur Neut
  • Meaning: surrounding land, suburbs
περισπώμενοι
περισπώμενος
περισπωμένῳ
περισσά
περισσάς
περισσεία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • abundance, abundant, superfluity
    • surplus, i.e., superabundance
  • Forms:
    • περισσείαν Noun: Acc Sing Fem
περισσείαν
top
περισσεύει
περισσεύειν
περισσεύετε
περισσευέτω
περισσεύῃ
περισσεύῃς
περισσεύητε
περισσευθήσεται
περίσσευμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • abundance, fullness
    • scraps, left-overs
  • Forms:
    • περισσεύματα Noun: Acc Plur Neut
    • περισσεύματος Noun: Gen Sing Neut
περισσεύματα
περισσεύματος
περισσεύομεν
περισσεῦον
περισσεύονται
top
περισσεύοντας
περισσεύοντες
περισσεύοντος
περισσεύουσα
περισσεύουσιν
περισσεῦσαι
περισσεῦσαν
περισσεύσαντα
περισσεύσαντες
περισσεύσῃ
περισσεύσῃς
περισσεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to be more than enough, be left over, be remaining
    • to be present in abundance, be in excess
    • to be extremely rich, be very abundant, overflow
    • to go to extremes
    • to grow
    • to have an abundance, abound, be rich
    • to be outstanding, be prominent, excel
    • to cause to abound, make very rich
    • to abound, have more than enough
  • Cognates: περισσεύω, ὑπερπερισσεύω
  • Forms:
    • περισσευέτω Verb: Pres Act Imperative 3rd Sing
    • περισσεύῃς Verb: Pres Act Subj 2nd Sing
    • περισσεύσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • περισσεύοντας Verb: Pres Act Part Acc Plur Masc
    • ἐπερίσσευον Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
    • ἐπερίσσευσαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • ἐπερίσσευσε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ἐπερίσσευσεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • περισσεύει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • περισσεύειν Verb: Pres Act Infin
    • περισσεύετε Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
    • περισσεύῃ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • περισσεύητε Verb: Pres Act Subj 2nd Plur
    • περισσεύομεν Verb: Pres Act Ind 1st Plur
    • περισσεῦον Verb: Pres Act Part Acc Sing Neut
    • περισσεύονται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
    • περισσεύοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • περισσεύοντος Verb: Pres Act Part Gen Sing Neut
    • περισσεύουσα Verb: Pres Act Part Nom Sing Fem
    • περισσεύουσιν Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • περισσευθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • περισσεῦσαι
      • Verb: Aor Act Infin
      • Verb: Aor Act optative 3rd Sing
    • περισσεῦσαν Verb: Aor Act Part Nom Sing Neut
    • περισσεύσαντα Verb: Aor Act Part Acc Plur Neut
    • περισσεύσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • περισσεύσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • περισσεύων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
top
περισσεύων
περισσή
περισσοί
περισσοῖς
περισσόν
περισσός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • remaining, extra, extravagant
    • extraordinary, remarkable
    • abundant, profuse, beyond necessary
    • superfluous, unnecessary, useless
  • Cognates: ἐκπερισσός, περισσός
  • Forms:
    • περισσά Adj: Acc Plur Neut
    • περισσάς Adj: Acc Plur Fem
    • περισσή Adj: Nom Sing Fem
    • περισσοί Adj: Nom Plur Masc
    • περισσοῖς Adj: Dat Plur Masc
    • περισσόν Adj: Nom/Acc Sing Neut
    • περισσότερα Adj: Nom/Acc Plur Neut; Nom Sing Fem
    • περισσοτέρᾳ Adj: Dat Sing Feminine Comparative
    • περισσοτέραν Adj: Acc Sing Feminine Comparative
    • περισσότερον
      • Adj: Acc Sing Masc/Neut Comparative
      • Adj: Nom Sing Neut Comparative
    • περισσοῦ Adj: Gen Sing Neut
    • περιττόν
      • Adj: Acc Sing Masc
      • Adj: Nom/Acc Sing Neut
περισσότερα
περισσοτέρᾳ
περισσοτέραν
περισσότερον
  • Parse:
    • Adj: Acc Sing Masc/Neut Comparative
    • Adj: Nom Sing Neut Comparative
  • Root: περισσός
περισσότερος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: greater, more
περισσοτέρως
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • more, greater
    • especially, all the more
περισσοῦ
top
περισσῶς
περισταλῇς
περιστάντες
περίστασιν
περίστασις
περιστείλῃς
περίστειλον
περιστελεῖ
περιστέλλω
περιστερά
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: dove, pigeon
  • Forms:
    • περιστεραί Noun: Nom Plur Fem
    • περιστεράν Noun: Acc Sing Fem
    • περιστεράς Noun: Acc Plur Fem
    • περιστερῶν Noun: Gen Plur Fem
    • περιστερᾷ Noun: Dat Sing Fem
περιστερᾷ
περιστεραί
περιστεράν
top
περιστεράς
περιστερῶν
περιστήθιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: breastplate, breast band
περίστησον
περιστήσωσιν
περιστολή
περιστολῇ
περιστολήν
περιστόμιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • around a mouth
    • collar (of a garment)
    • edge, outlet, mouth (of a valley)
  • Forms:
    • περιστομίου Noun: Gen Sing Neut
περιστομίου
περιστραφέντα
περιστραφήσεται
περιστρέφω
top
περιστροφή
περιστροφῇ
περίστυλα
περιστύλοις
περίστυλον
περίστυλος
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • with pillars round the wall
    • surrounded with a colonnade, surrounded with pillars
    • peristyle
  • Forms:
    • περίστυλα Noun: Nom Plur Neut
    • περιστύλοις Noun: Dat Plur Neut
    • περίστυλον Noun: Acc Sing Neut
    • περιστύλου Noun: Gen Sing Neut
    • περιστύλῳ Noun: Dat Sing Neut
περιστύλου
περιστύλῳ
περισύραντες
περισύρω
περισύρων
περισχίζοντος
top
περισχιζούσης
περισχίζω