περιθεῖναι
περιθείς
περίθεμα
περιθεμάτων
περιθέμεναι
περιθέμενος
περιθέντες
περιθέσεως
περιθέσθαι
περιθέσθω
περίθεσις
Feminine
 SingularPlural
NOMπερίθεσιςπεριθέσεις
GENπεριθέσεωςπεριθέσεων
DATπεριθέσειπεριθέσεσι(ν)
ACCπερίθεσι(ν)περιθέσεις
περίθετε
περιθήσει
περιθήσεις
περιθήσεται
περιθήσετε
περιθήσῃ
περιθήσουσιν
περιθήσω
περίθου