περιδειπνέω
περιδειπνῆσαι
περίδειπνον
περιδείπνῳ
περιδέξια
περιδέξιον
περιδέξιος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning:
    • ambidextrous; with two right hands (i.e., using both hands alike)
    • very dexterous
περιδέω
περιδιπλόω
περιδράμετε
περιδραμόντες
περιδραμοῦνται
περιδύω