κοτύλαι
κοτύλη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • little cup
    • liquid measure (log) of 0.32 litre (about 10 fl oz)
    • hip-joint
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMκοτύληκοτύλαι
GENκοτύληςκοτυλῶν
DATκοτύλῃκοτύλαις
ACCκοτύληνκοτύλας
VOCκοτύληκοτύλαι
κοτύλην
κοτύλης
κοτυλῶν