ἐπευθυμέω
ἐπευθυμήσωσιν
ἐπευκτή
ἐπευκτός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: longed for, blessed, welcomed
  • Forms:
    • ἐπευκτή Adj: Nom Sing Fem
ἐπεύξασθαι
ἐπεύχεσθαι
ἐπεύχομαι