βατεύω
βατός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • bramble bush, thorn-bush(s), thorns, Rubus ulmifolius
    • a bath [a liquid measure of about 23 litres]
    • fish
  • Forms:
    • βάτου Noun: Gen Sing Masc
    • βάτους Noun: Acc Plur Masc
    • βάτῳ Noun: Dat Sing Masc
βατός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: accessible, passable
  • Cognates: ἄβατος
top
βάτου
βάτους
βάτραχοι
βατράχοις
βάτραχον
βάτραχος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: a frog
  • Forms:
    • βάτραχοι Noun: Nom Plur Masc
    • βατράχοις Noun: Dat Plur Masc
    • βάτραχον Noun: Acc Sing Masc
    • βατράχους Noun: Acc Plur Masc
    • βατράχων Noun: Gen Plur Masc
βατράχους
top
βατράχων
βατταλογήσητε
βαττολογέω
βαττολογήσητε
βάτῳ