ἀποσυνάγω
ἀποσυνάγωγοι
ἀποσυνάγωγος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: excommunicated, (put) out of the synagogue
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἀποσυνάγωγοςἀποσυνάγωγον
GENἀποσυναγώγου
DATἀποσυναγώγῳ
ACCἀποσυνάγωγον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀποσυνάγωγοιἀποσυνάγωγα
GENἀποσυναγώγων
DATἀποσυναγώγοις
ACCἀποσυναγώγουςἀποσυνάγωγα
ἀποσυναγώγους
ἀποσυνάξαι
ἀποσυνάξει
ἀποσυνάξεις
ἀποσυνέχει
ἀποσυνέχω
ἀποσῦραι
  • Parse:
    • Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
    • Verb: Aor Act Infin
  • Root: ἀποσύρω
ἀποσυριεῖς
ἀποσυρίζω
ἀποσύρω