ἀποκεῖμαι, ἀπόκειμαι
ἀποκείμενα
ἀποκειμένην
ἀποκείμενον
ἀπόκειται
ἀποκεκαλυμμένοι
ἀποκεκλεισμέναι
ἀποκέκλεισται
ἀποκεκομμένοι
ἀποκεκομμένος
ἀποκέκριται
ἀποκεκρυμμένην
ἀποκεκρυμμένον
ἀποκεκρυμμένου
ἀποκεκυλισμένον
ἀποκεκύλισται
ἀπόκενα
ἀπόκενοι
ἀποκενοῖ
ἀπόκενος
Singular
 MascFemNeut
NOMἀπόκενοςἀπόκενον
GENἀποκένου
DATἀποκένῳ
ACCἀπόκενον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀπόκενοιἀπόκενα
GENἀποκένων
DATἀποκένοις
ACCἀποκένουςἀπόκενα
ἀποκένους
ἀποκενόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to strip (someone) bare of his possessions
    • to exhaust, drain, evacuate
    • to relieve oneself, have a bowel movement, empty the bowels
  • Cognates: ἀποκενόω, ἐκκενόω, κατακενόω, κενόω
  • Forms:
    • ἀποκενοῖ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • ἀποκενώσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • ἀποκενώσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
ἀποκεντέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to pierce through (with a view to killing)
    • to stab (with a sword), thrust through
  • Cognates: ἀποκεντέω, ἐκκεντέω, κατακεντέω, κεντέω, συγκεντέω, συνεκκεντέω
  • Forms:
    • ἀποκεντοῦντος Verb: Pres Act Part Gen Sing Masc
    • ἀποκεντούντων Verb: Pres Act Part Gen Plur Masc
    • ἀπεκέντησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ἀποκέντησον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • ἀποκεντήσωσι(ν) Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
ἀποκέντησιν
ἀποκέντησις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: piercing (with a sword)
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἀποκέντησιςἀποκεντήσεις
GENἀποκεντήεωςἀποκεντήσεων
DATἀποκεντήσειἀποκεντήσεσι(ν)
ACCἀποκέντησινἀποκεντήσεις
ἀποκέντησον
ἀποκεντήσωσιν
ἀποκεντοῦντος
ἀποκεντούντων
ἀποκενώσει
ἀποκενώσῃ
ἀποκεφαλίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to behead, decapitate
  • Forms:
    • ἀπεκεφάλισα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
    • ἀπεκεφάλισε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ἀπεκεφάλισεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
ἀποκεχωρηκώς
ἀποκεχωρισμένῳ