ἀντικαθίζομαι
ἀντικαθίζω
top
ἀντικαθίστημι
ἀντικαλέσωσι
ἀντικαλέσωσιν
top
ἀντικαλέω
ἀντικαταλλάσσομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Middle:
      • to exchange
      • to be comparable in value
      • to pay
    • Passive:
      • to be transferred to
  • Cognates: ἐπικαταλλάσσομαι
  • Forms:
    • ἀντικαταλλασσόμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
    • ἀντικαταλλασσόμενον Verb: Pres Pass Part Nom Sing Neut
ἀντικαταλλασσόμενοι
ἀντικαταλλασσόμενον
top
ἀντικαταστήσεται
ἀντικατέστησεν
ἀντικατέστητε
ἀντίκειμαι
ἀντικείμενα
top
ἀντικείμενοι
ἀντικειμένοις
ἀντικείμενον
ἀντικείμενος
ἀντικειμένου
ἀντικειμένῳ
ἀντικειμένων
top
ἀντίκεισαι
ἀντικεῖσθαι
ἀντικείσομαι
ἀντίκειται
ἀντικνήμιον
  • Parse: Noun: Nom Sing Neut
  • Meaning: shin
ἀντικρινόμενος
ἀντικρινοῦμαι
top
ἀντικρίνω
ἀντικρύ
ἄντικρυς
  • Parse: Adverb
  • Meaning: opposite, before, over against, directly opposite