ἀντιδιατίθεμαι
ἀντιδιατιθεμένους
ἀντιδιατίθημι
ἀντιδίδωμι
ἀντιδικέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to play the defendant against (someone in court)
    • to act rebelliously
    • to dispute, go to law, seek judgment, be an opponent, oppose
  • Cognates: ἀδικέω, ἀντιδικέω, ἀπαδικέω, ἐκδικέω, προαδικέω
  • Forms:
    • ἀντιδικῶν Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • ἀντεδίκησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ἀντιδικοῦντα Verb: Pres Act Part Nom/Acc Plur Neut
ἀντίδικοι
ἀντιδίκοις
ἀντίδικον
ἀντίδικος
Masculine
 SingularPlural
NOMἀντίδικοςἀντίδικοι
GENἀντιδίκουἀντιδίκων
DATἀντιδίκῳἀντιδίκοις
ACCἀντίδικονἀντιδίκους
ἀντιδίκου
ἀντιδικοῦντα
ἀντιδίκους
ἀντιδίκῳ
ἀντιδικῶν
ἀντιδοκέω
ἀντιδοξέω
ἀντιδοξῶν
ἀντίδοτος