ἀνέξει
ἀνεξέλεγκτος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning:
    • unquestioned, impossible to be questioned, not able to be disproved, beyond criticism
    • not open to critical examination
  • Forms:
ἀνεξεραύνητα
ἀνεξερεύνητος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: not searched out, inscrutable, unsearchable, unfathomable
  • Forms:
ἀνεξερεύνητα
ἀνέξεται
ἀνεξικακία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: forbearance (when wronged), patient endurance
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἀνεξικακίαἀνεξικακίαι
GENἀνεξικακίαςἀνεξικακιῶν
DATἀνεξικακίᾳἀνεξικακίαις
ACCἀνεξικακίανἀνεξικακίας
ἀνεξικακίαν
ἀνεξίκακον
ἀνεξίκακος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: patient, enduring ill, forbearing
  • Forms:
ἀνεξιχνίαστα
ἀνεξιχνίαστοι
ἀνεξιχνίαστον
ἀνεξιχνίαστος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: unsearchable, inscrutable, not to be traced, not tracked out, untraceable, past finding out, unfathomable
  • Forms:
ἀνεξιχνιάστου
ἀνέξομαι
ἀνέξονται